Σε έναν ανησυχητικό γεωπολιτικό και οικονομικό γρίφο εξελίσσεται η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, με τις διεθνείς αγορές ενέργειας να αντιδρούν σπασμωδικά. Την Τρίτη (26 Μαΐου 2026), οι τιμές του πετρελαίου Brent κατέγραψαν κέρδη άνω του 2%, καθώς τα νέα στρατιωτικά πλήγματα των ΗΠΑ στο νότιο Ιράν, σε συνδυασμό με τα αντιφατικά μηνύματα του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την πορεία των διαπραγματεύσεων, αναζωπύρωσαν το αίσθημα αβεβαιότητας στους επενδυτές.
Η τιμή του πετρελαίου Brent, παράδοσης Ιουλίου, σημείωσε άνοδο 2,17% φτάνοντας στα 95,45 δολάρια το βαρέλι, ενώ νωρίτερα μέσα στην ημέρα είχε κάνει προσωρινό άλμα αγγίζοντας ακόμα και το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων. Στον αντίποδα, το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate (WTI), επίσης παράδοσης Ιουλίου, ακολούθησε εντελώς διαφορετική τροχιά. Σημείωσε σημαντική αποκλιμάκωση της τάξης του 4,8%, υποχωρώντας στα 92,04 δολάρια το βαρέλι σε σύγκριση με το κλείσιμο της Παρασκευής. Αξίζει να σημειωθεί ότι τη Δευτέρα δεν υπήρξε τιμή διακανονισμού για το WTI, καθώς οι αμερικανικές αγορές παρέμειναν κλειστές λόγω της αργίας του Memorial Day.
Το κλίμα πυροδοτήθηκε εκ νέου μετά την επίσημη ανακοίνωση του αμερικανικού στρατού και της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM). Σύμφωνα με την Ουάσινγκτον, πραγματοποιήθηκαν «πλήγματα αυτοάμυνας στο νότιο Ιράν», με ξεκάθαρο στόχο θέσεις εκτόξευσης πυραύλων και σκάφη που φέρονταν να ποντίζουν νάρκες σε ζωτικά θαλάσσια περάσματα. Η αμερικανική πλευρά ξεκαθάρισε ότι οι επιχειρήσεις αυτές έγιναν αποκλειστικά για την προστασία των αμερικανικών στρατευμάτων από άμεσες ιρανικές απειλές.
Η απάντηση της Τεχεράνης δεν άργησε να έρθει, ανεβάζοντας κατακόρυφα το θερμόμετρο. Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) διεμήνυσε ότι θα προχωρήσει σε αντίποινα για τις παραβιάσεις της εκεχειρίας. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι οι ιρανικές δυνάμεις εντόπισαν και αναχαίτισαν αμερικανικά drones αλλά και ένα μαχητικό αεροσκάφος F-35 που, σύμφωνα με τους ίδιους, είχαν παραβιάσει τον εναέριο χώρο της χώρας.
Παρά την πολεμική ρητορική στο πεδίο, το διπλωματικό κανάλι φαίνεται πως παραμένει –έστω και δύσκολα– ανοιχτό. Το ημιεπίσημο ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων Tasnim μετέδωσε, επικαλούμενο ενημερωμένη πηγή, ότι οι πρόσφατες συνομιλίες με την Ουάσινγκτον ήταν «συνολικά καλές». Ωστόσο, έθεσε έναν πολύ σκληρό όρο: η υπογραφή οποιουδήποτε μνημονίου κατανόησης (MoU) εξαρτάται άμεσα από την αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων ύψους 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Το τοπίο γύρω από την πολυπόθητη ειρηνευτική συμφωνία περιέπλεξε ακόμα περισσότερο ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ. Με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τη Δευτέρα, ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλυψε ότι πίεσε ανοιχτά μια σειρά από ισχυρά κράτη της περιοχής –τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Πακιστάν, την Τουρκία, την Αίγυπτο και την Ιορδανία– να ενταχθούν στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Η κίνηση αυτή, που στοχεύει στην πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων των αραβικών κρατών με το Ισραήλ, αποτελεί «κόκκινο πανί» για την Τεχεράνη και προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο δυσκολίας σε μια ήδη εύθραυστη διαπραγμάτευση που κρέμεται από μια κλωστή.