Σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση για τον πόλεμο στην Ουκρανία, τη στάση της ρωσικής εκκλησιαστικής ηγεσίας και το μέλλον της παγκόσμιας Ορθοδοξίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος καταγγέλλει τη θρησκευτική δικαιολόγηση της ρωσικής εισβολής, υπερασπίζεται την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να χορηγήσει τον Τόμο Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας και προειδοποιεί για τους κινδύνους που δημιουργεί η υποταγή της εκκλησιαστικής ζωής σε εθνικές και γεωπολιτικές επιδιώξεις.
Σε συνέντευξή του στον Βύρωνα Καρύδη για το περιοδικό Books’ Journal, ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως τοποθετείται για ζητήματα που υπερβαίνουν τα όρια μιας διμερούς εκκλησιαστικής αντιπαράθεσης. Αναφέρεται στη σχέση πίστης και πολιτικής εξουσίας, στη θεολογική αντιμετώπιση του πολέμου, στην ευθύνη των θρησκευτικών ηγετών απέναντι στην ανθρώπινη οδύνη και στην ανάγκη διαφύλαξης της κανονικής ενότητας της Ορθοδοξίας.
Οι δηλώσεις του αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς διατυπώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να προκαλεί ανθρώπινες απώλειες, καταστροφές και βαθιές κοινωνικές πληγές, ενώ οι εκκλησιαστικές συνέπειες της σύγκρουσης παραμένουν σημαντικές.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι η χορήγηση της Αυτοκεφαλίας στην Ουκρανική Εκκλησία υπήρξε παράγοντας που προκάλεσε τη ρωσική στρατιωτική εισβολή. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη εκκλησιαστική απόφαση είχε ως αποκλειστικό γνώμονα την ανάγκη αποκατάστασης της εκκλησιαστικής ενότητας των Ορθοδόξων πιστών της χώρας.
«Η χορήγηση της Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας ήταν μια πράξη αμιγώς εκκλησιαστική, μια απόφαση που ελήφθη με γνώμονα την ανάγκη αποκατάστασης της ενότητας των Ορθοδόξων πιστών στην πολύπαθη αυτή χώρα», τονίζει χαρακτηριστικά.
Η τοποθέτηση αυτή παραπέμπει στην ιστορική και κανονική αντίληψη του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τις ευθύνες του απέναντι στις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες. Η χορήγηση του Τόμου Αυτοκεφαλίας, τον Ιανουάριο του 2019, αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών, προκαλώντας έντονη αντίδραση από το Πατριαρχείο Μόσχας.
Η διαφωνία δεν περιορίστηκε σε ένα διοικητικό ή οργανωτικό ζήτημα. Επεκτάθηκε στην ερμηνεία της κανονικής δικαιοδοσίας, των ιστορικών δικαιωμάτων της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως και της σχέσης των τοπικών Εκκλησιών με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Από την πλευρά της Μόσχας, η απόφαση αμφισβητήθηκε ως προς την κανονική της θεμελίωση, ενώ το Οικουμενικό Πατριαρχείο υποστήριξε ότι ενήργησε στο πλαίσιο των ιστορικών και κανονικών αρμοδιοτήτων του. Η αντιπαράθεση οδήγησε σε σοβαρή επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ των δύο Πατριαρχείων και ανέδειξε διαφορετικές αντιλήψεις για την εκκλησιαστική τάξη.
Ο Παναγιώτατος επιμένει ότι οι εκκλησιαστικές αποφάσεις δεν μπορούν να καθορίζονται από τον φόβο των πολιτικών αντιδράσεων, ακόμη και όταν έχουν ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Η Εκκλησία, σύμφωνα με τη συλλογιστική του, οφείλει να σέβεται τους πολιτικούς θεσμούς, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τις πνευματικές και κανονικές της ευθύνες.
Ιδιαίτερα σαφής εμφανίζεται όταν αναφέρεται στις προσπάθειες να συνδεθεί η Αυτοκεφαλία με τη ρωσική εισβολή.
«Τα τελευταία 4,5 χρόνια, η Ουκρανία δοκιμάζεται σκληρά από έναν πόλεμο ο οποίος ασφαλώς δεν ξεκίνησε επειδή εδόθη η Αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της», επισημαίνει, επικρίνοντας όσους, κατά την εκτίμησή του, επιχείρησαν να μεταθέσουν τις ευθύνες για τη στρατιωτική σύγκρουση.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η εκκλησιαστική απόφαση του 2019 και η πλήρους κλίμακας ρωσική εισβολή του Φεβρουαρίου 2022 αποτελούν διαφορετικά γεγονότα, με διαφορετικό χαρακτήρα και διαφορετικές ευθύνες. Η στρατιωτική σύγκρουση στην Ουκρανία είχε, άλλωστε, αρχίσει ήδη από το 2014, πριν από τη χορήγηση του Τόμου Αυτοκεφαλίας.
Η πιο αιχμηρή αναφορά του Οικουμενικού Πατριάρχη αφορά, ωστόσο, τη στάση εκκλησιαστικών παραγόντων της Ρωσίας, τους οποίους κατηγορεί ότι επιχείρησαν να προσδώσουν θρησκευτική νομιμοποίηση στη στρατιωτική εισβολή.
Χωρίς να κατονομάζει συγκεκριμένα πρόσωπα στο σχετικό απόσπασμα της συνέντευξης, ο κ.κ. Βαρθολομαίος υποστηρίζει ότι ο πόλεμος αποκάλυψε μια βαθιά αντίφαση ανάμεσα στις διακηρύξεις περί πνευματικής αδελφοσύνης και στη στάση ορισμένων εκπροσώπων της ρωσικής εκκλησιαστικής ηγεσίας απέναντι στον ουκρανικό λαό.
«Στην πραγματικότητα, η ρωσική στρατιωτική εισβολή επέτρεψε να διαφανεί ευδιάκριτα η υποκρισία εκείνων των εκκλησιαστικών παραγόντων της Ρωσίας που δήθεν νοιαζόντουσαν για τους ορθοδόξους πιστούς της Ουκρανίας», δηλώνει.
Ακολουθεί μια ακόμη πιο αυστηρή καταγγελία, με σαφή θεολογική διάσταση.
«Τον βάφτισαν “ιερό”, προσπάθησαν να τον θεμελιώσουν θεολογικά και μεταφυσικά και ευλόγησαν τα πυρά κατά του ουκρανικού λαού», αναφέρει, καταγγέλλοντας τη χρήση θρησκευτικών επιχειρημάτων για τη δικαιολόγηση της πολεμικής βίας.
Η κριτική του δεν αφορά απλώς τη στάση συγκεκριμένων προσώπων απέναντι στις αποφάσεις της ρωσικής πολιτικής ηγεσίας. Θίγει ένα πολύ βαθύτερο ζήτημα, κατά πόσο η εκκλησιαστική εξουσία μπορεί να ταυτίζεται με την κρατική στρατηγική και να προσφέρει θεολογικό περίβλημα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, η προσπάθεια παρουσίασης ενός πολέμου ως «ιερού» αντιστρατεύεται τον πυρήνα του χριστιανικού μηνύματος, το οποίο θέτει στο επίκεντρο την ανθρώπινη ζωή, την αγάπη προς τον πλησίον, τη συμφιλίωση και την ειρήνη.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο ιδεολόγημα του «Ρωσικού κόσμου», το οποίο συνδέεται με την αντίληψη μιας ευρύτερης πολιτισμικής, ιστορικής και πνευματικής ενότητας υπό τη ρωσική επιρροή.
Ο Παναγιώτατος αντιμετωπίζει με έντονη επιφύλαξη την εκκλησιαστική αξιοποίηση αυτής της αντίληψης, καθώς θεωρεί ότι μπορεί να οδηγήσει στην υποταγή της πνευματικής ζωής σε εθνικές και πολιτικές επιδιώξεις.
Στη συνέντευξή του χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη προσέγγιση «εθνοφυλετικό ιδεολόγημα», υποστηρίζοντας ότι ορισμένοι εκκλησιαστικοί παράγοντες επιδίωκαν να διατηρήσουν τους Ουκρανούς πιστούς υπό τη δική τους πνευματική εξάρτηση.
Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος υπό το πρίσμα της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, η οποία δεν ταυτίζει την Εκκλησία με ένα έθνος ή ένα κράτος. Η συνοδική καταδίκη του εθνοφυλετισμού στην Κωνσταντινούπολη το 1872 αποτελεί ιστορικό σημείο αναφοράς για την απόρριψη της εθνικής καταγωγής ως υπέρτατου κριτηρίου εκκλησιαστικής οργάνωσης και ενότητας.
Η σημερινή αντιπαράθεση για τον «Ρωσικό κόσμο» συνδέεται, επομένως, με ένα ευρύτερο ερώτημα για το μέλλον της Ορθοδοξίας. Μπορεί η Εκκλησία να διατηρήσει τον οικουμενικό της χαρακτήρα όταν οι εθνικές επιδιώξεις διεκδικούν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εκκλησιαστικής ζωής;
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης απαντά σε αυτό το ερώτημα επαναφέροντας την ανάγκη διαφύλαξης της ενότητας, της συνοδικότητας και της πνευματικής ανεξαρτησίας της Εκκλησίας από τις κρατικές σκοπιμότητες.
Παρά την αυστηρή κριτική του, η τοποθέτησή του δεν περιορίζεται στην καταγγελία της πολεμικής βίας. Περιλαμβάνει και ένα σαφές μήνυμα συμπαράστασης προς τον ουκρανικό λαό, ο οποίος εξακολουθεί να υφίσταται τις συνέπειες της σύγκρουσης.
Ο Παναγιώτατος αναφέρεται στις ανθρώπινες απώλειες, στους αγνοουμένους, στους πρόσφυγες και στις καταστροφές ναών και άλλων υποδομών, υπογραμμίζοντας ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να παραμένει αδιάφορη απέναντι στον ανθρώπινο πόνο.
«Στεκόμαστε στο πλευρό των Ουκρανών αδελφών μας, προσευχόμαστε για την επικράτηση της ειρήνης και της δικαιοσύνης, για το τέλος αυτού του ανίερου πολέμου», τονίζει.
Η χρήση του χαρακτηρισμού «ανίερος πόλεμος» αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό σε αντιδιαστολή με τις προσπάθειες θρησκευτικής δικαιολόγησης της σύγκρουσης που ο ίδιος καταγγέλλει.
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρίσκεται η πεποίθηση ότι η Εκκλησία οφείλει να υπερασπίζεται το δίκαιο και να στέκεται στο πλευρό του θύματος μιας επίθεσης, χωρίς να εγκαταλείπει την αποστολή της για συμφιλίωση και ειρηνική επίλυση των διαφορών.
Ο κ.κ. Βαρθολομαίος επισημαίνει ότι η καταδίκη της βίας πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένες προσπάθειες για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
«Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε το δίκαιο, να στεκόμαστε στο πλευρό του θύματος μιας επίθεσης, αλλά και να εργαζόμαστε με όλη μας τη δύναμη για τον τερματισμό του πολέμου, για την επικράτηση της ειρήνης», αναφέρει.
Η θέση αυτή αναδεικνύει τη διάκριση ανάμεσα στην αναγνώριση της ευθύνης για μια στρατιωτική επίθεση και στην ανάγκη εξεύρεσης ειρηνικής λύσης. Για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, η αναζήτηση της ειρήνης δεν προϋποθέτει την αποσιώπηση της αδικίας, αλλά την προσπάθεια αποκατάστασής της μέσα από τον διάλογο.
Στο πλαίσιο αυτό, αποδίδει ιδιαίτερη ευθύνη στους θρησκευτικούς ηγέτες, οι οποίοι, όπως υπογραμμίζει, διαθέτουν τη δυνατότητα να ενθαρρύνουν τη συνεννόηση, να υποστηρίξουν την κατάπαυση των εχθροπραξιών και να συμβάλουν στη δημιουργία συνθηκών συμφιλίωσης.
Η προτροπή του για εκεχειρία και διάλογο δεν αφορά μόνο την Ουκρανία, αλλά εκφράζει μια ευρύτερη αντίληψη για τον δημόσιο ρόλο της θρησκείας σε περιόδους διεθνών συγκρούσεων.
Οι θρησκευτικές κοινότητες, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, καλούνται να λειτουργούν ως παράγοντες ειρήνης και όχι ως μηχανισμοί ενίσχυσης των εθνικών αντιπαραθέσεων.
Ένα ακόμη σημαντικό μέρος της συνέντευξης αφορά τις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους, τις οποίες ο Οικουμενικός Πατριάρχης προσεγγίζει μέσα από την ιστορική εξέλιξη των ορθόδοξων κοινωνιών.
Υπενθυμίζει ότι σε πολλές περιοχές η Εκκλησία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική οργάνωση, στην εκπαίδευση, στη διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας και στην πνευματική συνοχή των πληθυσμών, συχνά πριν από τη συγκρότηση των σύγχρονων εθνικών κρατών.
Η ιστορική αυτή πραγματικότητα εξηγεί, κατά τον ίδιο, γιατί οι σχέσεις μεταξύ εκκλησιαστικών και πολιτικών θεσμών έχουν αποκτήσει διαφορετικές μορφές από χώρα σε χώρα.
Ωστόσο, ο Παναγιώτατος επισημαίνει ότι η ιστορική παράδοση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αμετάβλητο σχήμα. Οι σχέσεις Εκκλησίας και κράτους εξελίσσονται μέσα σε κοινωνίες που μεταβάλλονται και οφείλουν να διαμορφώνονται με σεβασμό στις θρησκευτικές ελευθερίες και στα ανθρώπινα δικαιώματα.
«Οι σχέσεις κράτους-Εκκλησίας αποτελούν μία δυναμική διαδικασία, η οποία βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με την κοινωνία», σημειώνει, υπογραμμίζοντας τη σημασία της προσαρμογής στις σύγχρονες συνθήκες.
Η τοποθέτηση αυτή αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον σε μια περίοδο κατά την οποία η σχέση θρησκευτικής και πολιτικής εξουσίας βρίσκεται στο επίκεντρο διεθνών συζητήσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου οι εκκλησιαστικοί θεσμοί καλούνται να τοποθετηθούν απέναντι σε κρατικές στρατιωτικές αποφάσεις.
Για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, η διατήρηση της ιστορικής και πνευματικής ταυτότητας της Εκκλησίας δεν προϋποθέτει την ταύτισή της με την πολιτική εξουσία. Αντιθέτως, η εκκλησιαστική μαρτυρία οφείλει να διατηρεί την ελευθερία της, ώστε να μπορεί να υπερασπίζεται τις χριστιανικές αρχές ακόμη και όταν αυτές συγκρούονται με κρατικές επιλογές.
Στη συνέντευξη γίνεται επίσης ιδιαίτερη αναφορά στον οικουμενικό ρόλο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο συνεχίζει να ασκεί την αποστολή του μέσα σε ένα ιδιαίτερο ιστορικό, πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον.
Ο Παναγιώτατος αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετώπισε διαχρονικά η Μητέρα Εκκλησία, αλλά και στη σταθερή προσήλωσή της στην αποστολή που της αναγνωρίζει η ορθόδοξη κανονική παράδοση.
Η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη αποτελεί στοιχείο ιστορικής συνέχειας, ενώ ο ρόλος του δεν περιορίζεται στα γεωγραφικά όρια της Τουρκίας. Η εκκλησιαστική του παρουσία και οι αρμοδιότητές του συνδέονται με την ιστορία και τη λειτουργία της παγκόσμιας Ορθοδοξίας.
«Συνεχίζουμε, παρά τις όποιες δυσκολίες, προσηλωμένοι στο ιερό καθήκον», τονίζει ο κ.κ. Βαρθολομαίος, επικαλούμενος τη μακρά χριστιανική παράδοση, τη διακονία των προκατόχων του και την ιστορική προσφορά του Γένους.
Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι έχουν πραγματοποιηθεί ορισμένα βήματα για την αντιμετώπιση παλαιότερων αδικιών, εκφράζοντας την προσδοκία ότι η διαδικασία αυτή θα συνεχιστεί.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αναφορά του στον κίνδυνο εγκλωβισμού της Ορθοδοξίας σε στενά εθνικά πλαίσια, ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με τις σημερινές εκκλησιαστικές αντιπαραθέσεις.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπογραμμίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα άθροισμα ανεξάρτητων θρησκευτικών οργανισμών, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους μόνο μέσω περιστασιακών συμφωνιών.
Αντιθέτως, επιμένει στον χαρακτήρα της ως μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της οποίας η ενότητα εκφράζεται μέσα από την κοινή πίστη, τη μυστηριακή κοινωνία και τη συνοδική παράδοση.
«Εμείς δεν βλέπουμε την Ορθοδοξία σαν μία συνομοσπονδία τοπικών ανεξάρτητων Εκκλησιών, όπως ίσως κάποιοι θα ήθελαν, αλλά ως τη μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Η διατύπωση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της εκκλησιολογικής προσέγγισης του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η Αυτοκεφαλία των τοπικών Εκκλησιών, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, δεν αναιρεί την κοινή εκκλησιαστική ταυτότητα ούτε καταργεί την ανάγκη συντονισμού, διαλόγου και συνοδικής συνεργασίας.
Ταυτόχρονα, η συζήτηση για τον τρόπο άσκησης των κανονικών αρμοδιοτήτων και τον ρόλο του πρώτου θρόνου εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαφορετικών ερμηνειών μεταξύ των κατά τόπους Ορθόδοξων Εκκλησιών.
Ο Παναγιώτατος υπερασπίζεται τον πρωτεύθυνο ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη διαφύλαξη της ενότητας της Ορθοδοξίας, τον οποίο συνδέει με τη μακραίωνη κανονική παράδοση και τη διακονική αποστολή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.
Η χρήση του όρου «πρωτεύθυνος» έχει ιδιαίτερη εκκλησιολογική σημασία, καθώς αναδεικνύει την αντίληψη του Πατριαρχείου ότι η πρωτοκαθεδρία του συνδέεται με συγκεκριμένες ευθύνες για τη συνοχή και την κανονική τάξη της Ορθοδοξίας.
Η θέση αυτή δεν παρουσιάζεται ως διεκδίκηση κοσμικής εξουσίας, αλλά ως έκφραση εκκλησιαστικής ευθύνης και διακονίας, όπως την αντιλαμβάνεται και την υπερασπίζεται ο Οικουμενικός Θρόνος.
Σε μια εποχή κατά την οποία οι εθνικές αντιπαραθέσεις, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι διαφορετικές εκκλησιαστικές προσεγγίσεις δημιουργούν σοβαρές προκλήσεις, ο κ.κ. Βαρθολομαίος επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη διατήρησης της πνευματικής και κανονικής ενότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η συνέντευξή του στο Books’ Journal αναδεικνύει έτσι τρεις αλληλένδετες διαστάσεις της σημερινής κρίσης. Τη θεολογική ευθύνη απέναντι στον πόλεμο, τη σύγκρουση ανάμεσα στην οικουμενικότητα της Εκκλησίας και στον εκκλησιαστικό εθνικισμό και την ανάγκη διαφύλαξης της ενότητας της Ορθοδοξίας μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων διεθνών ανακατατάξεων.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν περιορίζεται στην υπεράσπιση μιας ιστορικής εκκλησιαστικής απόφασης. Με τις δηλώσεις του θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα για την αποστολή της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο. Εάν η θρησκευτική ηγεσία οφείλει να υπηρετεί την ειρήνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, πώς μπορεί να δικαιολογεί ή να ευλογεί έναν πόλεμο εναντίον ανθρώπων τους οποίους μέχρι πρότινος αναγνώριζε ως πνευματικούς αδελφούς;
Αυτή η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα της κριτικής του προς τους Ρώσους εκκλησιαστικούς παράγοντες και εξηγεί τη σφοδρότητα των διατυπώσεών του.
Παράλληλα, η υπεράσπιση της ουκρανικής Αυτοκεφαλίας συνδέεται με την πεποίθησή του ότι η Εκκλησία οφείλει να αντιμετωπίζει τα εκκλησιαστικά προβλήματα με βάση την κανονική παράδοση και τις πνευματικές ανάγκες των πιστών, χωρίς να καθορίζεται από τις επιδιώξεις των κρατικών εξουσιών.
Καταλήγοντας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης επαναβεβαιώνει την προσήλωση της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στην αποστολή της.
«Το Οικουμενικό Πατριαρχείο […] θα συνεχίσει, στο πλαίσιο της οικουμενικής αποστολής και διακονίας του, να ασκεί τον πρωτεύθυνο ρόλο του για τη διαφύλαξη της ενότητας της Ορθοδοξίας και για τη διακονία κάθε πιστού μέλους της Εκκλησίας», υπογραμμίζει.
Το μήνυμα της συνέντευξης είναι σαφές. Η Ορθοδοξία, σύμφωνα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο εθνικών ανταγωνισμών ούτε να προσφέρει θρησκευτική νομιμοποίηση στη στρατιωτική βία. Οφείλει να παραμένει πιστή στην οικουμενική της αποστολή, να υπερασπίζεται την ειρήνη και τη δικαιοσύνη και να διαφυλάσσει την ενότητά της πέρα από εθνικά και πολιτικά σύνορα.