Κάποτε πρέπει να τελειώσει η υποκρισία.
Υπάρχει στην Ελλάδα σοβαρό και επίμονο πρόβλημα παραβατικότητας σε συγκεκριμένες κοινότητες Ρομά. Κλοπές, ληστείες, διαρρήξεις, επιθέσεις, παράνομη οπλοκατοχή και συμπεριφορές που δημιουργούν σε ορισμένες περιοχές την αίσθηση ότι ο νόμος σταματά εκεί όπου αρχίζει το άβατο.
Το τελευταίο περιστατικό στον Πειραιά είναι χαρακτηριστικό. Τέσσερις άνδρες Ρομά, σύμφωνα με την καταγγελία του οδηγού, εγκλώβισαν με το όχημά τους ένα λεωφορείο, κατέβηκαν, τον απείλησαν και χτυπούσαν τα παράθυρα. Ο άνθρωπος κλειδώθηκε μέσα και άρχισε να τους καταγράφει με το κινητό του.
Μόλις είδαν την κάμερα, υποχώρησαν.
Αυτή είναι η εικόνα μιας Πολιτείας που έχει αφήσει τον πολίτη πολλές φορές να προστατεύεται μόνος του.
Και ας σταματήσει επιτέλους ο φόβος μήπως χαρακτηριστεί κάποιος «ρατσιστής» επειδή μιλά για ένα υπαρκτό πρόβλημα. Δεν είναι ρατσισμός να απαιτείς να συλληφθεί ο κλέφτης, ο ληστής ή εκείνος που τρομοκρατεί έναν εργαζόμενο. Είναι το στοιχειώδες καθήκον μιας ευνομούμενης κοινωνίας.
Το ζήτημα δεν είναι το DNA κανενός. Είναι η συμπεριφορά και η ανοχή απέναντί της.
Όταν όμως η παραβατικότητα αποκτά διάρκεια, γεωγραφική συγκέντρωση και επαναληπτικότητα, το κράτος δεν δικαιούται να κάνει ότι δεν βλέπει. Οφείλει να βρίσκεται εκεί μόνιμα και όχι μόνο όταν οι τηλεοπτικές κάμερες καταγράψουν το επόμενο επεισόδιο.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική ευθύνη.
Για δεκαετίες δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ορισμένες κυβερνήσεις, κόμματα, δήμαρχοι και τοπικοί παράγοντες προτιμούν τη διαχείριση από τη σύγκρουση με την παρανομία. Και όταν πίσω από αυτή την ανοχή κρύβεται εκλογικός υπολογισμός ή πελατειακή σχέση, τότε δεν έχουμε απλώς ανικανότητα.
Έχουμε πολιτική συνενοχή στη διαιώνιση του προβλήματος.
Οι ψήφοι δεν αγοράζουν ασυλία.
Καμία κοινωνική ομάδα δεν μπορεί να αποτελεί εκλογικό φέουδο και κανένας πολιτικός δεν δικαιούται να ανταλλάσσει ανοχή με πολιτική υποστήριξη.
Γιατί το τίμημα το πληρώνουν οι υπόλοιποι πολίτες — και ιδιαίτερα όσοι κατοικούν δίπλα σε περιοχές όπου η παραβατικότητα έχει γίνει καθημερινότητα. Το πληρώνουν όμως και οι νομοταγείς Ρομά, που βλέπουν ολόκληρη την κοινότητά τους να στιγματίζεται από εκείνους που παρανομούν.
Η λύση δεν χρειάζεται περίπλοκες θεωρίες.
Σχολείο υποχρεωτικά για τα παιδιά. Έλεγχος της εκμετάλλευσης ανηλίκων. Φορολογική και διοικητική νομιμότητα. Αστυνομική παρουσία εκεί όπου υπάρχει εγκληματικότητα. Σύλληψη των δραστών. Γρήγορη Δικαιοσύνη. Εκτέλεση των ποινών.
Ταυτόχρονα, πραγματική ένταξη για εκείνους που θέλουν να εργαστούν, να μορφώσουν τα παιδιά τους και να ζήσουν μέσα στους κανόνες της κοινωνίας.
Ούτε συλλογική ενοχή ούτε συλλογική ασυλία.
Ατομική ευθύνη και ένας νόμος για όλους.
Γιατί το μεγαλύτερο σκάνδαλο δεν είναι ότι υπάρχουν παραβατικοί Ρομά. Παραβατικοί υπάρχουν σε κάθε κοινωνική ομάδα.
Το σκάνδαλο αρχίζει όταν το κράτος γνωρίζει πού υπάρχει συστηματική παρανομία, γνωρίζει ποιοι την υφίστανται και παρ’ όλα αυτά δεν επιβάλλει σταθερά τον νόμο.
Τότε ο νομοταγής πολίτης δικαιολογημένα αναρωτιέται:
Γιατί εγώ να φοβάμαι το κράτος και ο παραβάτης να μη φοβάται τίποτε;
Αυτό το ερώτημα πρέπει επιτέλους να απαντηθεί.
Και η απάντηση δεν μπορεί να εξαρτάται από καταγωγές, “ευαίσθητες ομάδες” ή εκλογικά κουκιά.
Ή υπάρχει νόμος για όλους ή δεν υπάρχει κράτος για κανέναν.
ANTON G. T.