Αυτό που διαμορφώνεται γύρω από το Ιράν δεν είναι μια ακόμη περιφερειακή κρίση. Δεν είναι ένα ακόμη επεισόδιο στη μακρά αλυσίδα των εντάσεων της Μέσης Ανατολής. Είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο. Είναι μια απόπειρα ιστορικής αναδιάταξης ισχύος, ένα σχέδιο που, αν φτάσει μέχρι τέλους, δεν θα αλλάξει μόνο το καθεστώς της Τεχεράνης, αλλά ολόκληρο τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής και μαζί του τις ισορροπίες ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ, την Τουρκία, την Κίνα και τον αραβικό κόσμο.
Για να καταλάβει κανείς τι θέλουν τελικά οι Αμερικανοί στο Ιράν, πρέπει πρώτα να αποβάλει τις αφελείς αναγνώσεις περί «ανθρωπιστικής ευαισθησίας», «εξαγωγής δημοκρατίας» ή «στοχευμένης αποτροπής». Στις μεγάλες δυνάμεις, και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, η στρατηγική δεν γράφεται με όρους συναισθηματισμού. Γράφεται με όρους ιστορικής μνήμης, γεωπολιτικής ισχύος, προεδρικής κληρονομιάς και παγκόσμιας επιρροής. Και στην αμερικανική μνήμη, το Ιράν δεν είναι απλώς μια εχθρική χώρα. Είναι μια ανοιχτή πληγή, μια εθνική ταπείνωση που ουδέποτε ξεχάστηκε πραγματικά.
Η κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη και οι 444 ημέρες ομηρίας δεν καταγράφηκαν απλώς ως ένα επεισόδιο διεθνούς έντασης. Εγγράφηκαν βαθιά στο ψυχικό και πολιτικό υπόστρωμα των Ηνωμένων Πολιτειών ως μια ντροπιαστική κηλίδα, ως μια στιγμή κατά την οποία η αμερικανική υπερδύναμη εμφανίστηκε ανίκανη να προστατεύσει το κύρος της. Όποιος πιστεύει ότι τέτοια γεγονότα εξανεμίζονται με την πάροδο του χρόνου, δεν κατανοεί πώς λειτουργούν τα κράτη που σκέφτονται σε βάθος δεκαετιών. Οι μεγάλες χώρες δεν ξεχνούν. Περιμένουν. Καταγράφουν. Επανέρχονται όταν θεωρούν ότι οι συνθήκες το επιτρέπουν. Και όταν επανέρχονται, το κάνουν όχι για να κλείσουν έναν λογαριασμό μόνο, αλλά για να ξαναγράψουν τους όρους του παιχνιδιού.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν για την Ουάσιγκτον δεν είναι απλώς ένας εχθρικός παίκτης. Είναι ένας κόμβος προβλημάτων που, αν εξουδετερωθεί ή μετασχηματιστεί, μπορεί να επιτρέψει στις ΗΠΑ να ισχυριστούν ότι έλυσαν ταυτόχρονα μια σειρά από στρατηγικές εκκρεμότητες. Από την πυρηνική απειλή και την ισλαμική τρομοκρατία μέχρι την ασφάλεια του Ισραήλ, τη σταθερότητα της ενεργειακής αγοράς και την ανάσχεση της κινεζικής διείσδυσης στη Μέση Ανατολή. Με απλά λόγια, η Ουάσιγκτον δεν βλέπει το Ιράν ως μεμονωμένο στόχο. Το βλέπει ως γεωπολιτικό κλειδί.
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη διάσταση, εξίσου σημαντική, όπως είναι η κληρονομιά της προεδρίας. Στην αμερικανική πολιτική κουλτούρα, η Ιστορία δεν θυμάται έναν πρόεδρο μόνο για τις ομιλίες του ή για τη διαχείριση της καθημερινότητας, αλλά για τη μεγάλη τομή που σφράγισε το όνομά του. Ο Νίξον έμεινε στιγματισμένος από το Γουότεργκεϊτ, αλλά η ιστορία εξακολουθεί να του αναγνωρίζει το άνοιγμα στην Κίνα και το κλείσιμο του κύκλου του Βιετνάμ. Η ιδέα της «προεδρικής κληρονομιάς» δεν είναι θεωρητική άσκηση. Είναι κινητήρια δύναμη αποφάσεων. Και για έναν πρόεδρο που δεν έχει μπροστά του απεριόριστο πολιτικό χρόνο, μια καθοριστική επικράτηση στο ιρανικό μέτωπο θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως η μεγάλη του σφραγίδα στην Ιστορία.
Αυτή ακριβώς η λογική μετατρέπει το Ιράν σε κάτι περισσότερο από έναν στρατιωτικό ή διπλωματικό στόχο. Το μετατρέπει σε εργαλείο ιστορικής υστεροφημίας. Μια αμερικανική επιτυχία εκεί θα μπορούσε να προβληθεί ως η απόδειξη ότι μια συγκεκριμένη ηγεσία δεν διαχειρίστηκε απλώς μια κρίση, αλλά άλλαξε τον κόσμο, αποκατέστησε την αποτρεπτική ισχύ των ΗΠΑ και επανέφερε την αμερικανική ηγεμονία σε μια περιοχή που είχε μετατραπεί σε πεδίο αμφισβήτησης. Και μέσα στο εσωτερικό πολιτικό παιχνίδι, αυτό το αφήγημα δεν θα ήταν καθόλου αμελητέο. Αντιθέτως, θα μπορούσε να γίνει η βάση πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί η επόμενη ημέρα ενός ολόκληρου πολιτικού ρεύματος, με διαδόχους, συνεχιστές και επίδοξους κληρονόμους.
Το αφήγημα που θα πουληθεί στο αμερικανικό εκλογικό σώμα είναι σχεδόν έτοιμο από τώρα. Ότι οι ΗΠΑ τελείωσαν τη δουλειά, ότι εξουδετέρωσαν το καθεστώς που επί δεκαετίες ταυτίστηκε με αντιαμερικανισμό, ομηρίες, αντιδυτική επιθετικότητα, πυρηνικές φιλοδοξίες και συστηματική στήριξη δικτύων τρομοκρατίας. Σε μια τέτοια αφήγηση, το Ιράν δεν θα παρουσιαστεί απλώς ως αντίπαλος που ηττήθηκε, αλλά ως ο τελευταίος μεγάλος κρίκος μιας αλυσίδας που ξεκινά από την 11η Σεπτεμβρίου και φτάνει μέχρι τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και τους Χούθι. Είτε αυτό ανταποκρίνεται πλήρως στις σύνθετες πραγματικότητες της περιοχής είτε όχι, πολιτικά έχει τεράστια σημασία. Διότι στις δημοκρατίες οι στρατηγικές νίκες μεταφράζονται σε καθαρά συνθήματα, όχι σε ακαδημαϊκές υποσημειώσεις.
Όσοι, λοιπόν, περιορίζουν τους αμερικανικούς στόχους στη «συντριβή των μουλάδων», πιθανότατα βλέπουν μόνο το πρώτο επίπεδο. Η αλήθεια είναι σκληρότερη και βαθύτερη, καθώς οι ΗΠΑ δεν θέλουν απλώς να πλήξουν το υπάρχον καθεστώς. Θέλουν, αν τους δοθεί η δυνατότητα, να μετασχηματίσουν το Ιράν και να το τραβήξουν, έστω σταδιακά, μέσα σε μια νέα αρχιτεκτονική που θα είναι συμβατή με τα δυτικά στρατηγικά συμφέροντα. Δεν μιλάμε απαραίτητα για μια ομαλή, γρήγορη ή γραμμική διαδικασία. Μιλάμε για μια βούληση νέου προσανατολισμού μιας χώρας τεράστιας γεωγραφικής, πολιτισμικής και ενεργειακής σημασίας. Αυτό, προφανώς, δεν γίνεται με δηλώσεις καλής θέλησης. Γίνεται με πίεση, βομβαρδισμούς, ασφυκτική στρατιωτική φθορά, οικονομική εξάντληση και, αν χρειαστεί, με την οικοδόμηση νέων συσχετισμών στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας.
Όσοι σοκάρονται από αυτή τη διαπίστωση, ας θυμηθούν ότι η Δύση δεν δίστασε ποτέ, όταν έκρινε πως διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα, να χρησιμοποιήσει παρατεταμένη στρατιωτική ισχύ μέχρι να επιβάλει αποτέλεσμα. Η περίπτωση της Σερβίας υπενθυμίζει ότι ακόμη και η ρητορική των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και της «προόδου» δεν εμπόδισε έναν δυτικό ηγέτη (τον Κλίντον) να βομβαρδίζει επί μήνες μέχρι να λυγίσει ο αντίπαλος. Αυτό που αλλάζει κάθε φορά δεν είναι η ουσία της ισχύος, αλλά το περιτύλιγμα της νομιμοποίησής της. Και σήμερα το περιτύλιγμα είναι η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η αποτροπή πυρηνικού κινδύνου, η σταθεροποίηση της περιοχής και η ασφάλεια του Ισραήλ.
Αυτοί ακριβώς είναι και οι μεγάλοι στρατηγικοί στόχοι που καθιστούν το Ιράν τόσο κομβικό. Πρώτον, η αποδυνάμωση ή η πτώση του ιρανικού καθεστώτος θα αποστερήσει από το δίκτυο των φιλοϊρανικών οργανώσεων τον βασικό κρατικό τους σπόνσορα. Η Χεζμπολάχ, η Χαμάς, οι Χούθι και άλλοι παίκτες της «πληρεξούσιας σύγκρουσης» δεν είναι απλώς ιδεολογικά συγγενείς της Τεχεράνης, αλλά είναι κρίκοι σε μια ολόκληρη στρατηγική αλυσίδα που επέτρεψε στο Ιράν να απλώνει επιρροή πολύ πέραν των συνόρων του. Η εξουδετέρωση αυτού του κέντρου σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ πιστεύουν πως μπορούν να ξεδοντιάσουν συνολικά την περιφερειακή ισλαμιστική απειλή όπως την αντιλαμβάνονται.
Δεύτερον, το Ιράν είναι κρίσιμο μέτωπο στον ανταγωνισμό με την Κίνα. Η κινεζική διείσδυση στη Μέση Ανατολή δεν περνά μόνο από επενδύσεις, τεχνολογία και εμπόριο. Περνά και από τη διαμόρφωση σχέσεων με καθεστώτα που αμφισβητούν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Ένα Ιράν πιο αδύναμο, πιο ελεγχόμενο ή ακόμη και προσανατολισμένο προς τη Δύση θα περιόριζε δραστικά τα κινεζικά περιθώρια επιρροής σε έναν χώρο όπου τέμνονται ενέργεια, θαλάσσιες οδοί, χερσαίοι διάδρομοι και στρατηγικά περάσματα.
Τρίτον, υπάρχει ο σκληρός πυρήνας της ενέργειας. Η ομαλότητα στη ροή του πετρελαίου, η ασφάλεια των θαλάσσιων γραμμών και η αποφυγή μόνιμης ανάφλεξης στον Περσικό Κόλπο παραμένουν θεμελιώδη ζητήματα για την παγκόσμια οικονομία. Ένα επιθετικό ή απρόβλεπτο Ιράν συνιστά διαρκή απειλή για αυτή την ισορροπία. Αντίθετα, ένα Ιράν ενταγμένο σε ένα πιο προβλέψιμο σύστημα, ακόμη κι αν δεν μετατραπεί σε «σύμμαχο», θα μπορούσε να πάψει να λειτουργεί ως πηγή συστημικής αποσταθεροποίησης.
Τέταρτον, και ίσως το πιο άμεσο, είναι η ασφάλεια του Ισραήλ. Για το Ισραήλ, το ιρανικό καθεστώς δεν είναι απλώς ένας ενοχλητικός αντίπαλος. Είναι η καρδιά ενός στρατηγικού τόξου που εξοπλίζει, καθοδηγεί, χρηματοδοτεί και ιδεολογικά τροφοδοτεί δυνάμεις που το απειλούν άμεσα ή έμμεσα. Η ισραηλινή οπτική είναι απόλυτα καθαρή. Χωρίς εξουδετέρωση της ιρανικής απειλής, δεν μπορεί να υπάρξει μόνιμη ασφάλεια. Και σε αυτή τη φάση, για πρώτη φορά ίσως τόσο έντονα, ο αμερικανικός και ο ισραηλινός στόχος δείχνουν να συμπίπτουν σχεδόν απολύτως.
Από αυτή τη σκοπιά, η επόμενη ημέρα δεν αφορά μόνο την Τεχεράνη. Αφορά και την Τουρκία. Διότι αν το Ιράν πάψει να λειτουργεί ως ο βασικός περιφερειακός αναθεωρητικός πόλος, τότε όλο το σύστημα ισχύος θα αναζητήσει νέο σημείο ισορροπίας. Και εκεί η Άγκυρα θα βρεθεί μπροστά σε μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Όσο υπήρχε το ιρανικό πρόβλημα, η Τουρκία μπορούσε να εκβιάζει, να ισορροπεί, να ελίσσεται και να παραμένει «αναγκαία». Αν όμως οι ΗΠΑ αισθανθούν ότι απέκτησαν νέα στρατηγικά περιθώρια, η ανοχή απέναντι στα νεοοθωμανικά παιχνίδια, στους εκβιασμούς, στις διπλές γλώσσες και στην ιδιότυπη εχθρική αυτονόμηση της Άγκυρας μπορεί να περιοριστεί απότομα.
Με άλλα λόγια, η αμερικανική πίεση στο Ιράν δεν προμηνύει μόνο ανατροπές στην Τεχεράνη. Μπορεί να προαναγγέλλει και το τέλος της εποχής κατά την οποία η Τουρκία του Ερντογάν θεωρούσε ότι μπορεί να προκαλεί τη Δύση χωρίς ουσιαστικό κόστος. Εάν η Ουάσιγκτον καταφέρει να ξανασχεδιάσει την περιοχή με λιγότερη ανάγκη του τουρκικού μεσάζοντα, τότε η Άγκυρα θα πάψει να είναι «πρόβλημα που πρέπει να ανεχθούν» και μπορεί να μετατραπεί σε πρόβλημα που πρέπει να περιορίσουν. Αυτή είναι μια από τις πιο κρίσιμες και ίσως πιο υποτιμημένες παραμέτρους της σύγκρουσης.
Μέσα σε αυτό το νέο σκηνικό, οι Κούρδοι εμφανίζονται ξανά ως ο μεγάλος παράγοντας που όλοι χρησιμοποίησαν και όλοι, σχεδόν, πρόδωσαν. Αν όμως η επόμενη ημέρα χρειαστεί χερσαία διάσταση, σταθεροποιητικές δυνάμεις, τοπικά ερείσματα και έναν αξιόπιστο αντι-ισλαμιστικό πυλώνα, τότε οι Κούρδοι θα επανέλθουν στο κέντρο του σχεδιασμού. Και εκεί το ενδεχόμενο μιας μορφής κουρδικής κρατικής οντότητας, στενά συνδεδεμένης με τις ΗΠΑ, παύει να μοιάζει με μακρινό σενάριο. Αντιθέτως, μπορεί να εξελιχθεί σε έναν ακόμη κρίκο ασφαλείας μέσα στη νέα στρατηγική αλυσίδα που οραματίζονται Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ.
Βεβαίως, εδώ φτάνουμε στο πιο δύσκολο και ουσιαστικό ερώτημα: Μπορούν οι ΗΠΑ να πετύχουν; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αφελώς θριαμβική. Η αμερικανική ιστορία στρατιωτικών επεμβάσεων είναι γεμάτη αποτυχίες, παγιδεύσεις, παρατεταμένα χάη και τραγικές παρενέργειες. Το Ιράκ, το Αφγανιστάν, η «Αραβική Άνοιξη», και παλαιότερα το Βιετνάμ, είναι μνημεία στρατηγικής ύβρεως. Κάθε φορά οι ΗΠΑ πίστεψαν ότι αρκεί η συντριπτική ισχύς για να επιβάλουν πολιτική τάξη. Και κάθε φορά ανακάλυπταν ότι η κοινωνική, εθνοτική, θρησκευτική και ιστορική πραγματικότητα είναι πολύ πιο ανθεκτική από τους χάρτες των επιτελείων.
Γι’ αυτό και όποιος μιλά για «εύκολη λύση» στο Ιράν είτε αυταπατάται είτε συνειδητά παραπλανά. Το Ιράν δεν είναι ένα άδειο κουτί εξουσίας. Είναι μια μεγάλη ιστορική χώρα, με βαθιά εθνική συνείδηση, πολιτισμικό βάθος, κρατική παράδοση και πολύπλοκες εσωτερικές ισορροπίες. Η πτώση ενός καθεστώτος δεν συνεπάγεται αυτομάτως τον φιλοδυτικό μετασχηματισμό μιας ολόκληρης κοινωνίας. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του κενού, της διάλυσης, της εμφυλιοπολεμικής φάσης, της ανάδυσης νέων φανατισμών ή της μετατροπής της χώρας σε έναν ακόμη κρατήρα αποσταθεροποίησης.
Και όμως, παρά όλα αυτά, στις σημερινές συνθήκες υπάρχει ένα στοιχείο που διαφοροποιεί το σκηνικό, αφού το Ισραήλ δεν στέκεται απλώς ως υποστηρικτής ή ωφελημένος παρατηρητής. Στέκεται ως ενεργός, επίμονος, μεθοδικός και αποτελεσματικός εταίρος, με σαφή αντίληψη του τι διακυβεύεται και με στρατηγική αποφασιστικότητα που δεν επιτρέπει εύκολη υπαναχώρηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαλείφονται οι κίνδυνοι αποτυχίας. Σημαίνει, όμως, ότι οι πιθανότητες σοβαρής, οργανωμένης και παρατεταμένης επιδίωξης του στόχου είναι αυξημένες. Διότι για το Ισραήλ το διακύβευμα δεν είναι μια πρόσκαιρη επιτυχία δημοσίων σχέσεων. Είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος διαρκούς ασφάλειας, ίσως για πρώτη φορά σε τόσο ευρεία κλίμακα από την ίδρυσή του.
Αν αυτή η στρατηγική αρχιτεκτονική ολοκληρωθεί, η Μέση Ανατολή δεν θα είναι απλώς «διαφορετική». Θα έχει μπει σε μια νέα εποχή όπου το Ιράν δεν θα αποτελεί τον πυρήνα της αναθεωρητικής απειλής, η Τουρκία δεν θα απολαμβάνει την ίδια ασυλία, οι Κούρδοι θα έχουν αναβαθμισμένο ρόλο, η Κίνα θα έχει υποστεί ανάσχεση και το Ισραήλ θα επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει μια πρωτοφανή στρατηγική ανάσα. Αυτό είναι το μεγάλο σχέδιο. Αυτό είναι, πίσω από τις λέξεις, το αληθινό διακύβευμα.
Άρα, τι θέλουν τελικά οι Αμερικανοί στο Ιράν; Δεν θέλουν απλώς μια στρατιωτική νίκη. Δεν θέλουν μόνο μια τιμωρία. Δεν θέλουν μόνο μια αλλαγή καθεστώτος. Θέλουν κάτι πολύ πιο φιλόδοξο και πολύ πιο αποτελεσματικό. Προσπαθούν να κλείσουν έναν ιστορικό λογαριασμό, να αποκαταστήσουν το κύρος της αμερικανικής ισχύος, να δώσουν προεδρική κληρονομιά σε μια εποχή εσωτερικής πολιτικής πόλωσης, να τσακίσουν τον πυρήνα του αντιισραηλινού τόξου, να ανακόψουν την κινεζική επέκταση, να ξαναχαράξουν τον χάρτη της περιοχής και να δημιουργήσουν ένα νέο σύστημα ισορροπιών φιλικό προς τη Δύση.
Το αν θα τα καταφέρουν, παραμένει ανοιχτό. Το ότι θα επιχειρήσουν να το κάνουν μέχρι τέλους, είναι σχεδόν βέβαιο. Και όποιος δεν βλέπει πως πίσω από τις βόμβες, τις δηλώσεις και τις διπλωματικές κινήσεις χτίζεται ένα σχέδιο νέας περιφερειακής τάξης, απλώς παρακολουθεί τα γεγονότα από την επιφάνεια. Η πραγματική μάχη δεν είναι μόνο για την Τεχεράνη. Είναι για το ποιος θα γράψει τους κανόνες της επόμενης εποχής στη Μέση Ανατολή και σε ολόκληρο τον Κόσμο.
GEORGE ANTON