Μια σαφή και αυστηρή γεωπολιτική προειδοποίηση προς τη Δύση απευθύνει η The Wall Street Journal, υπογραμμίζοντας ότι η ενδεχόμενη κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος δεν πρέπει να οδηγήσει σε μια νέα, εξίσου επικίνδυνη ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της ιστορικής εφημερίδας, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και το Ισραήλ επιχειρούν να εξουδετερώσουν την απειλή που προέρχεται από το Ιράν, η Δύση οφείλει να αποφύγει ένα στρατηγικό λάθος και να μην επιτρέψει στην Τουρκία να καλύψει το γεωπολιτικό κενό που μπορεί να δημιουργηθεί στην περιοχή.
Η εφημερίδα επισημαίνει ότι η ιστορία έχει ήδη προσφέρει ένα σημαντικό μάθημα. Μετά την ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ, το κενό ισχύος που δημιουργήθηκε δεν καλύφθηκε από σταθεροποιητικές δυνάμεις, αλλά από την αυξανόμενη επιρροή της Τεχεράνης. Το αποτέλεσμα ήταν μια μακρά περίοδος αστάθειας, με επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων από φιλοϊρανικές οργανώσεις και ένοπλες ομάδες.
Στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον, η Wall Street Journal εκφράζει έντονο προβληματισμό για τη στάση του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Όπως σημειώνεται, η Άγκυρα εμφανίζεται να παρέχει διπλωματική κάλυψη στην Τεχεράνη, καταδικάζοντας τις δυτικές επιθέσεις και εκφράζοντας λύπη για τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αλί Χαμενεϊ .
Το δημοσίευμα αναφέρεται επίσης σε καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες τουρκικές αρχές συνεργάστηκαν με το ιρανικό καθεστώς για τη σύλληψη και έκδοση Ιρανών αντιφρονούντων που είχαν καταφύγει στην Τουρκία, με ορισμένους από αυτούς να αντιμετωπίζουν ακόμη και την εκτέλεση μετά την επιστροφή τους στο Ιράν.
Παράλληλα, η εφημερίδα θέτει ευθέως ζήτημα αξιοπιστίας της Τουρκίας ως μέλους του NATO. Στο άρθρο υπενθυμίζονται περιστατικά που, κατά την άποψη των συντακτών, δείχνουν ότι η Άγκυρα έχει ενεργήσει κατά καιρούς αντίθετα προς τα συμφέροντα της Δύσης.
Μεταξύ άλλων γίνεται αναφορά σε υπόθεση του 2012, κατά την οποία η Τουρκία φέρεται να αποκάλυψε στο Ιράν ταυτότητες πρακτόρων της Mossad, οι οποίοι παρακολουθούσαν το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Το περιστατικό χαρακτηρίζεται ως σοβαρό πλήγμα για τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες.
Επιπλέον, η εφημερίδα θυμίζει στοιχεία που ήρθαν στο φως μετά από επιχείρηση της αμερικανικής ειδικής μονάδας Delta Force το 2015, σύμφωνα με τα οποία εντοπίστηκαν οικονομικοί δεσμοί μεταξύ δικτύων που σχετίζονταν με το ISIS και κύκλων στην Τουρκία.
Το άρθρο αποδίδει τη στάση αυτή σε μια ευρύτερη γεωπολιτική φιλοδοξία της Άγκυρας. Όπως σημειώνεται, ο Ερντογάν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως έναν σύγχρονο “Οθωμανό ηγέτη”, επιδιώκοντας να καταστήσει την Τουρκία κυρίαρχη δύναμη στον μουσουλμανικό κόσμο και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού παρουσιάζεται ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής πίεσης προς την Ευρώπη. Η εφημερίδα υπενθυμίζει τις κρίσεις που σημειώθηκαν το 2016 και το 2020, όταν η Άγκυρα κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποίησε το προσφυγικό ως μοχλό πολιτικής και οικονομικής πίεσης προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το βασικό ερώτημα που θέτει το άρθρο είναι σαφές: μπορεί το ΝΑΤΟ να συνεχίσει να εμπιστεύεται έναν σύμμαχο που συχνά ακολουθεί πορεία αντίθετη από τη στρατηγική της Δύσης;
Η Wall Street Journal καταλήγει με μια ξεκάθαρη προειδοποίηση προς την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της: Στον επανασχεδιασμό της γεωπολιτικής ισορροπίας στη Μέση Ανατολή, η Τουρκία δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος εταίρος.
Αντίθετα, όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, η Άγκυρα έχει αποδείξει πολλές φορές ότι μπορεί να λειτουργεί περισσότερο ως ανταγωνιστής παρά ως σύμμαχος, γεγονός που καθιστά την παρουσία της έναν μόνιμο στρατηγικό πονοκέφαλο για τη Δύση.