Για χρόνια, ένα σημαντικό μέρος του ελληνικού πολιτικού συστήματος έμαθε να λειτουργεί με μια εξαιρετικά απλή και αποτελεσματική συνταγή: κατασκεύαζε δίπολα. Περιόριζε την πολιτική συζήτηση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, δύο κόμματα, δύο υποτιθέμενους κόσμους και στη συνέχεια καλούσε τον πολίτη να επιλέξει. Όχι κατ’ ανάγκην εκείνον που τον εξέφραζε πραγματικά, αλλά εκείνον που θεωρούσε λιγότερο επικίνδυνο από τον άλλον.
Το σύστημα αυτό λειτούργησε. Και λειτούργησε για χρόνια.
Η λογική ήταν απλή: αν δεν μπορείς να πείσεις τον πολίτη να σε ψηφίσει επειδή σε εμπιστεύεται, προσπάθησε να τον κάνεις να σε ψηφίσει επειδή φοβάται τον αντίπαλό σου.
Κάπως έτσι οικοδομήθηκε και κυριάρχησε για μεγάλο χρονικό διάστημα το δίπολο Μητσοτάκης – Τσίπρας. Από τη μία η Νέα Δημοκρατία, από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ. Από τη μία ο φόβος της επιστροφής του Τσίπρα, από την άλλη η ανάγκη απομάκρυνσης του Μητσοτάκη. Η πολιτική αντιπαράθεση προσωποποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλές φορές η ψήφος υπέρ του ενός να είναι στην πραγματικότητα ψήφος εναντίον του άλλου.
Μόνο που κάποια στιγμή αυτή η συνταγή άρχισε να εξαντλείται.
Η κοινωνία κουράστηκε. Το πολιτικό ενδιαφέρον περιορίστηκε. Η αποχή μεγάλωσε. Και μαζί της μεγάλωσε ένα τμήμα του εκλογικού σώματος που δεν ήθελε πλέον να επιλέξει ανάμεσα στις δύο προσφερόμενες λύσεις.
Όταν το παλιό δίπολο άρχισε να χάνει τη δύναμή του, αναζητήθηκε —συνειδητά ή όχι— καινούργια συσκευασία για το ίδιο προϊόν.
Για ένα διάστημα εμφανίστηκε στο προσκήνιο το σχήμα Μητσοτάκης – Κασσελάκης. Πολιτική επικοινωνία, social media, προσωπική εικόνα, διαφορετικός τρόπος δημόσιας παρουσίας και μια έντονη συζήτηση γύρω από ζητήματα ταυτότητας και τη λεγόμενη woke ατζέντα. Για λίγο δημιουργήθηκε θόρυβος. Δεν δημιουργήθηκε όμως αντίστοιχο πολιτικό ρεύμα.
Το προϊόν δεν πούλησε.
Ακολούθησε η προσπάθεια να αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος το δίπολο Μητσοτάκης – Ανδρουλάκης, με το ΠΑΣΟΚ να διεκδικεί τον ρόλο της βασικής αντιπολιτευτικής δύναμης. Ούτε αυτή η εκδοχή, όμως, κατάφερε να δημιουργήσει τη δυναμική μιας πραγματικής πολιτικής ανατροπής.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας.
Γιατί μέσα σε ένα πολιτικό σκηνικό που έμοιαζε να αναζητεί απεγνωσμένα τον επόμενο αντίπαλο του Κυριάκου Μητσοτάκη, εμφανίστηκε ένας παράγοντας που δύσκολα μπορούσε να ενταχθεί στις γνωστές ισορροπίες: η δημόσια διαφοροποίηση δύο πρώην πρωθυπουργών και πρώην προέδρων της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας, του Κώστα Καραμανλή και του Αντώνη Σαμαρά.
Οι παρεμβάσεις τους για την εξωτερική πολιτική, τα ελληνοτουρκικά, την Ευρώπη και την πορεία της παράταξης απέκτησαν ιδιαίτερη βαρύτητα ακριβώς επειδή η κριτική δεν προερχόταν από την παραδοσιακή αντιπολίτευση. Προερχόταν από ανθρώπους που κυβέρνησαν τη χώρα και ηγήθηκαν της Νέας Δημοκρατίας.
Και ειδικά στην περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά, η συζήτηση απέκτησε διαφορετική διάσταση όταν άρχισε να τίθεται το ενδεχόμενο μιας ενεργότερης πολιτικής επανόδου του.
Εκεί αλλάζει το παιχνίδι.
Γιατί ένας πιθανός νέος πολιτικός φορέας που θα επιχειρούσε να απευθυνθεί στην παραδοσιακή, πατριωτική και κοινωνικά συντηρητική βάση της Νέας Δημοκρατίας δεν θα ανταγωνιζόταν απλώς την κυβέρνηση από την απέναντι πλευρά του πολιτικού φάσματος. Θα αμφισβητούσε την ίδια την ικανότητα της σημερινής ΝΔ να εκπροσωπεί ολόκληρο τον ιστορικό της χώρο.
Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί.
Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι η συζήτηση γύρω από τον Σαμαρά έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη ένταση. Ούτε μπορεί να περάσει απαρατήρητο ότι επανέρχονται στη δημόσια συζήτηση παλαιές πολιτικές συγκρούσεις, υποθέσεις και ολόκληρες περίοδοι της πολιτικής του διαδρομής.
Κάποιος μπορεί να θεωρεί αυτή την κριτική δικαιολογημένη. Κάποιος άλλος μπορεί να τη θεωρεί οργανωμένη προσπάθεια αποδόμησης. Το πολιτικά ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού: γιατί προκαλεί τόσο μεγάλη κινητικότητα η πιθανότητα μιας πολιτικής κίνησης που ακόμη δεν έχει ανακοινωθεί;
Την ίδια ώρα, ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει δυναμικά στη δημόσια συζήτηση.
Και εδώ η πολιτική μνήμη αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Διότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι ένα καινούργιο πρόσωπο που εμφανίζεται τώρα για πρώτη φορά ζητώντας την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Υπήρξε πρωθυπουργός και επομένως διαθέτει συγκεκριμένο κυβερνητικό αποτύπωμα, το οποίο μπορεί και πρέπει να αξιολογηθεί.
Υπάρχει το τρίτο μνημόνιο. Υπάρχει η περίοδος των capital controls και του κλεισίματος των τραπεζών. Υπάρχει το Υπερταμείο. Υπάρχει η Συμφωνία των Πρεσπών, που προκάλεσε βαθύ πολιτικό και κοινωνικό διχασμό. Υπάρχει ο νόμος Κατρούγκαλου, που προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις. Υπάρχει, τέλος, η πολιτική διαδρομή ενός κόμματος που από κυβερνητική δύναμη κατέληξε σε βαθιά κρίση και διαδοχικές διασπάσεις.
Όλα αυτά δεν διαγράφονται επειδή χρειάζεται ένας νέος αντίπαλος απέναντι στον Μητσοτάκη.
Κι όμως, δημιουργείται ξανά η εντύπωση ότι το πολιτικό σύστημα αναζητεί την επιστροφή στο γνώριμο και ασφαλές σχήμα:
Μητσοτάκης ή Τσίπρας.
Δύο πρόσωπα που γνωρίζουμε. Δύο πολιτικές διαδρομές που έχουμε ήδη ζήσει. Δύο στρατόπεδα που μπορούν εύκολα να ξαναστηθούν απέναντι το ένα στο άλλο.
Το παλιό προϊόν σε καινούργια συσκευασία.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.
Η κοινωνία φαίνεται όλο και λιγότερο διατεθειμένη να το αγοράσει.
Και αυτό αποτυπώνεται ίσως πιο καθαρά όχι μόνο στις μετακινήσεις μεταξύ κομμάτων αλλά στην αποχή, στην απομάκρυνση από την πολιτική διαδικασία και στη διεύρυνση μιας κοινωνικής ζώνης που απαντά ουσιαστικά: «Κανένας από τους δύο».
Αυτό είναι το μήνυμα που το πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να ακούσει.
Η αποχή δεν είναι απλώς ένας αριθμός στον εκλογικό πίνακα. Δεν είναι ένα τεχνικό πρόβλημα που εξαφανίζεται μόλις μοιραστούν τα ποσοστά μεταξύ όσων τελικά ψήφισαν. Είναι βαθύ πολιτικό μήνυμα αποξένωσης.
Εκατοντάδες χιλιάδες —και σε ορισμένες αναμετρήσεις εκατομμύρια— πολίτες δεν λένε πλέον «θέλω τον άλλον». Λένε κάτι πολύ πιο ανησυχητικό για το σύστημα:
«Δεν θέλω κανέναν από αυτούς που μου προσφέρετε».
Και όταν συμβαίνει αυτό, δεν μπορείς να κατηγορείς διαρκώς τον ψηφοφόρο.
Όταν ο κόσμος γυρίζει την πλάτη, δεν φταίει πάντα ο κόσμος. Μπορεί να φταίει το προϊόν.
Και όταν ένα προϊόν δεν πουλάει, υπάρχει ένας πειρασμός παλιός όσο και η πολιτική επικοινωνία: αντί να αλλάξεις το περιεχόμενο, αλλάζεις τη συσκευασία.
Νέα πρόσωπα. Νέα συνθήματα. Νέα λογότυπα. Νέες επικοινωνιακές καμπάνιες. Νέα διλήμματα.
Το βασικό σενάριο, όμως, παραμένει ίδιο:
«Ή εμείς ή αυτοί».
Και εδώ ακριβώς φαίνεται να βρίσκεται το τέλος μιας ολόκληρης πολιτικής εποχής.
Γιατί οι πολίτες έχουν πλέον δει πολλές φορές το ίδιο έργο. Έχουν δει πολιτικούς να συγκρούονται προεκλογικά και να εφαρμόζουν αργότερα πολιτικές πολύ διαφορετικές από εκείνες που υποσχέθηκαν. Έχουν ακούσει «ιστορικά διλήμματα» που λίγους μήνες αργότερα ξεχάστηκαν. Έχουν παρακολουθήσει αντιπάλους να ανταλλάσσουν βαριές κατηγορίες και στη συνέχεια να συναντώνται σε κοινές πολιτικές επιλογές.
Το κοινό απέκτησε μνήμη. Και κυρίως απέκτησε δυσπιστία.
Γι’ αυτό και η απαξίωση κάθε πολιτικής φωνής που βρίσκεται έξω από το προκαθορισμένο δίπολο μπορεί τελικά να φέρνει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο.
Όταν αντί να απαντήσεις στις θέσεις ενός πολιτικού επιχειρείς απλώς να απαξιώσεις το πρόσωπό του, ένα μέρος της κοινωνίας αρχίζει να αναρωτιέται γιατί φοβάσαι τόσο πολύ να ακουστεί αυτό που λέει.
Και όταν αυτή η μέθοδος επαναλαμβάνεται, γεννά ακόμη μεγαλύτερη καχυποψία.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη αυταπάτη του σημερινού πολιτικού συστήματος: υποτιμά τη μνήμη των Ελλήνων. Υποτιμά την κρίση τους. Υποτιμά το πολιτικό τους ένστικτο.
Πιστεύει ότι αρκεί να αλλάξουν οι πρωταγωνιστές για να ξαναγεμίσει η αίθουσα.
Αλλά το έργο δεν κόβει πλέον εισιτήρια.
Και όταν ένα έργο αποτυγχάνει ξανά και ξανά, κάποια στιγμή πρέπει να εξετάσεις το ενδεχόμενο ότι δεν φταίει το κοινό. Φταίει το σενάριο.
Η ελληνική κοινωνία δεν χρειάζεται ακόμη ένα τεχνητό δίλημμα. Χρειάζεται πραγματικές πολιτικές επιλογές, καθαρές θέσεις, διαφορετικές προτάσεις για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, το Δημογραφικό, την ασφάλεια, την Παιδεία, την κοινωνική συνοχή και τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο.
Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, να μπορεί ο πολίτης να ψηφίζει υπέρ αυτού που πιστεύει και όχι εναντίον αυτού που φοβάται.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μήνυμα της εποχής.
Τα κατασκευασμένα δίπολα δεν πεθαίνουν όταν αλλάζουν οι πρωταγωνιστές.
Πεθαίνουν όταν το κοινό παύει να πιστεύει το σενάριο.
Και αυτή τη φορά φαίνεται ότι το πρόβλημα για το πολιτικό σύστημα είναι πολύ μεγαλύτερο από το να βρει τον επόμενο «αντίπαλο» του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Γιατί μπορεί να βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι βαθύτερο:
Δεν αλλάζουν απλώς οι πρωταγωνιστές. Τελειώνει η εποχή των κατασκευασμένων διλημμάτων.
ΜΑΞΙΜΟΣ Θ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ