Υπάρχουν στιγμές που ένα καθεστώς σταματά να προσποιείται. Δεν χρειάζεται πια αναλυτές, δεν χρειάζεται αποκρυπτογράφηση των δηλώσεων, δεν χρειάζεται η ατέλειωτη διπλωματική αρχαιολογία περί «μετριοπαθών» και «σκληροπυρηνικών». Το καθεστώς απλώς μιλάει και μας λέει ακριβώς ποιο είναι.
Αυτή η στιγμή ήρθε την Κυριακή, όταν το κρατικό Κανάλι 3 της λεγόμενης Ισλαμικής “Δημοκρατίας” του Ιράν, μαζί με μέσα συνδεδεμένα με τους Φρουρούς της Επανάστασης, μετέδωσε ένα τρίλεπτο βίντεο με τίτλο γραμμένο σε γραμματοσειρά που μιμείται το αίμα: «Πού να σκοτώσουμε τον Μπάρον Τραμπ;» Έναν εικοσάχρονο φοιτητή.
Το βίντεο έδειχνε την πανεπιστημιούπολή του. Τα οχήματα συνοδείας. Τις θέσεις των πρακτόρων της Μυστικής Υπηρεσίας. Ισχυριζόταν ότι ταυτοποίησε τους λογαριασμούς του σε Xbox, Discord και FIFA, καθώς και τους λογαριασμούς συμφοιτητών του. Ανθρώπων που το μόνο τους «έγκλημα» είναι ότι κάθονται δίπλα του στο αμφιθέατρο. Κατέληγε με ένα ποσό: δέκα εκατομμύρια δολάρια. Και με μια φράση που δεν χωράει παρερμηνεία: «Μπάρον Τραμπ, περίμενέ μας.»
Ας ονομάσουμε τα πράγματα με το όνομά τους. Όταν ένας ιδιώτης απειλεί, είναι έγκλημα. Όταν μια κρατική τηλεόραση απειλεί, με δημόσιο χρήμα, με κρατικό εξοπλισμό, με την άδεια της λογοκρισίας ενός καθεστώτος όπου δεν μεταδίδεται ούτε ένα καρέ χωρίς έγκριση, τότε δεν πρόκειται για «ακρότητα κάποιου δημοσιογράφου». Πρόκειται για κρατική πολιτική εγκλήματος εκφρασμένη σε μορφή βίντεο.
Και είναι κάτι χειρότερο από μια απλή απειλή. Είναι crowdsourcing της δολοφονίας. Το καθεστώς δεν λέει «θα τον σκοτώσουμε εμείς». Λέει: ορίστε η τιμή, ορίστε ο χάρτης, βρείτε τον εσείς. Απευθύνεται σε κάθε ψυχοπαθή, σε κάθε φανατικό, σε κάθε απελπισμένο με ένα όπλο και ένα smartphone, οπουδήποτε στον πλανήτη. Είναι η βιομηχανοποίηση της τρομοκρατίας μέσω outsourcing και έχει το επιπλέον πλεονέκτημα, για την Τεχεράνη, της αληθοφανούς άρνησης. Αν κάποιος πράγματι δράσει, οι μουλάδες θα σηκώσουν τα χέρια και θα πουν ότι δεν ήξεραν τίποτα.
Δεν είναι θεωρία. Είναι το επαληθευμένο επιχειρησιακό εγχειρίδιο της Τεχεράνης, καταγεγραμμένο σε αμερικανικά δικαστήρια:
- Το 2022, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης απήγγειλε κατηγορίες σε μέλος των Φρουρών της Επανάστασης για συνωμοσία δολοφονίας του πρώην συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Τζον Μπόλτον. Η αμοιβή που προσφέρθηκε σε εκτελεστή εντός των ΗΠΑ ήταν 300.000 δολάρια.
- Το 2024, το FBI ματαίωσε σχέδιο δολοφονίας του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ, με πράκτορα των Φρουρών της Επανάστασης εγκατεστημένο στην Τεχεράνη και δύο συνεργούς συλληφθέντες στη Νέα Υόρκη.
- Τον Μάρτιο του 2026, ομοσπονδιακό δικαστήριο καταδίκασε τον Ασίφ Μέρτσαντ για τρομοκρατία και συνωμοσία φόνου επί πληρωμή, ενώ ο ίδιος παραδέχθηκε στο εδώλιο ότι τον έστειλαν οι Φρουροί στις ΗΠΑ για να οργανώσει πολιτικές δολοφονίες.
- Επί χρόνια, τα ίδια δίκτυα Τρομοκρατίας κυνηγούν Ιρανούς αντιφρονούντες σε Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Τορόντο και Άμστερνταμ, δημοσιογράφους, ακτιβιστές, ανθρώπους χωρίς φρουρά και χωρίς προστασία.
Το 2025, δεκατέσσερις κυβερνήσεις — από τη Γαλλία και τη Γερμανία μέχρι τον Καναδά και τη Σουηδία — υπέγραψαν κοινή καταδίκη αυτού ακριβώς του δικτύου. Η συμπεριφορά της Τεχεράνης δεν άλλαξε ούτε κατά ένα χιλιοστό. Τον Φεβρουάριο του 2026 η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτήρισε επιτέλους τους Φρουρούς της Επανάστασης τρομοκρατική οργάνωση. Το έκανε τρεις δεκαετίες αργότερα απ’ ό,τι έπρεπε. Και πάλι, τίποτα.
Αυτή είναι η απάντηση σε όσους ρωτούν γιατί οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν. Δεν απέτυχαν επειδή η Δύση δεν πρόσφερε αρκετά. Απέτυχαν επειδή στην άλλη πλευρά του τραπεζιού κάθεται ένα καθεστώς που, ενόσω συζητά για ουράνιο και εμπορικές οδούς, ταυτόχρονα μεταδίδει στην κρατική του τηλεόραση τον χάρτη της πανεπιστημιούπολης ενός παιδιού και σχεδιάζει τη δολοφονία του!
Υπάρχει μια διάκριση τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο πόλεμος, και ολόκληρο το οικοδόμημα του διεθνούς δικαίου στηρίζεται πάνω της: η διάκριση ανάμεσα στους μαχητές και τους αμάχους. Μπορεί κανείς να διαφωνεί σφοδρά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Μπορεί να να θεωρεί τις τρέχουσες επιχειρήσεις υπερβολικές, τις κυρώσεις σκληρές. Όλα αυτά είναι νόμιμα αντικείμενα διαφωνίας.
Δεν είναι όμως νόμιμο αντικείμενο διαφωνίας η Τρομοκρατία. Γιατί ένα καθεστώς που βάζει ταρίφα στο κεφάλι ενός φοιτητή έχει αυτοκαταργηθεί ως συνομιλητής.
Ο Μπάρον Τραμπ δεν διοικεί τίποτα. Δεν ψηφίζει για κυρώσεις. Δεν υπογράφει διαταγές. Η μοναδική του σχέση με την αμερικανική πολιτική είναι βιολογική. Το να τον στοχοποιείς σημαίνει ότι έχεις υιοθετήσει την πιο πρωτόγονη λογική που γνωρίζει ο άνθρωπος: την ενοχή του αίματος. Την τιμωρία του γιου για τον πατέρα. Είναι η ίδια ηθική με εκείνη που έστειλε τη Χαμάς στα κιμπούτς στις 7 Οκτωβρίου και την ίδια που έβαλε βόμβα στο αεροδρόμιο του Λόκερμπι. Δεν είναι στρατηγική, αλλά είναι μίσος ντυμένο στα ρούχα της στρατηγικής.
Και ας μη χαθεί η ουσία μέσα στα εφέ του βίντεο. Ένα μεγάλο μέρος του υλικού είναι πιθανότατα στημένο με γραφικά εντυπωσιασμού, εικόνες παραγμένες από τεχνητή νοημοσύνη, ισχυρισμοί που καμία υπηρεσία δεν έχει επιβεβαιώσει. Το ίδιο το ύψος της αμοιβής παραμένει ανεπιβεβαίωτο. Δεν έχει σημασία. Η πρόθεση δεν χρειάζεται επιβεβαίωση από τρίτους, αφού μεταδόθηκε σε κρατική συχνότητα, με τίτλο, με ποσό, με ημερομηνία. Αυτό που η Τεχεράνη ίσως δεν μπορεί να κάνει, μας είπε ξεκάθαρα ότι θέλει να κάνει. Και το θέλει αρκετά ώστε να το προγραμματίσει στο δελτίο.
Το καθεστώς που παρήγαγε αυτό το βίντεο κυβερνά μια χώρα με τεράστια ιστορία, εξαιρετικό λαό και κατεστραμμένη οικονομία. Το ριάλ βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό. Ο πρόεδρος της Βουλής παραδέχθηκε δημοσίως ότι καμία στρατιωτική ισχύς δεν σώζει μια χώρα όπου ο κόσμος πεινάει. Οι δρόμοι της Τεχεράνης δεν είναι γεμάτοι από ανθρώπους που ζητούν το κεφάλι ενός Αμερικανού φοιτητή, αλλά είναι γεμάτοι από ανθρώπους που ζητούν ψωμί και μια ζωή που να μοιάζει με ζωή.
Αυτή είναι η κρίσιμη διάκριση, και πρέπει να λέγεται καθαρά. Ο εχθρός δεν είναι ο ιρανικός λαός. Είναι ένας συγκεκριμένος μηχανισμός — οι Φρουροί της Επανάστασης και το θεοκρατικό κατεστημένο που τους τρέφει — ο οποίος κρατά ομήρους εβδομήντα εκατομμύρια ανθρώπους για να χρηματοδοτεί την εξαγωγή του θανάτου. Τα πρώτα του θύματα δεν είναι Αμερικανοί. Είναι Ιρανοί. Οι απαγχονισμένοι στις φυλακές Εβίν, οι γυναίκες που δολοφονήθηκαν για ένα μαντήλι, οι εξόριστοι που ζουν κοιτάζοντας πίσω από τον ώμο τους σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Ένα καθεστώς που έχει χάσει τον λαό του στρέφεται προς τα έξω. Δεν έχει να προσφέρει ευημερία, οπότε προσφέρει εκδίκηση. Το βίντεο για τον Μπάρον Τραμπ δεν είναι δείγμα ισχύος, είναι δείγμα χυδαίας κατάπτωσης. Είναι η κραυγή ενός συστήματος που δεν μπορεί πλέον να χτυπήσει στρατιωτικούς στόχους, οπότε φαντασιώνεται φοιτητικές εστίες.
Η Δύση έχει περάσει τέσσερις δεκαετίες μεταχειριζόμενη την Ισλαμική Δημοκρατία σαν κανονικό κράτος με ασυνήθιστες συνήθειες. Απαγγέλλει κατηγορίες που δεν εκτελούνται ποτέ. Επιβάλλει κυρώσεις που παρακάμπτονται. Εκδίδει κοινές δηλώσεις που δεν διαβάζει κανείς στην Τεχεράνη. Κάθε φορά, το καθεστώς κατέγραψε την απόσταση ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις και προχώρησε ένα βήμα παραπέρα.
Το βίντεο της Κυριακής είναι αυτό το επόμενο βήμα. Είναι επίσης, ίσως, το πιο ξεκάθαρο επιχείρημα που έχει προσφέρει ποτέ η ίδια η Τεχεράνη υπέρ όσων υποστηρίζουν ότι με αυτό το καθεστώς δεν υπάρχει διπλωματική έξοδος μόνο αποτροπή, πίεση και το τέλος της ατιμωρησίας.
Δέκα εκατομμύρια δολάρια για ένα παιδί. Αυτή είναι η προσφορά τους. Ας μην προσποιηθούμε ποτέ ξανά ότι δεν ξέραμε τι είναι.
G. Ant.