Υπάρχει μια εικόνα που ο ίδιος επαναλαμβάνει σχεδόν σαν προσευχή όποτε τον ρωτούν από πού ξεκίνησε: ένας άντρας που άναβε φανάρι σε μια βραχονησίδα του Αιγαίου και κατέληξε να δουλεύει σε εστιατόριο της Νέας Υόρκης για να ταΐσει την οικογένειά του. Ο άντρας αυτός ήταν ο πατέρας του Τζον Κατσιματίδη. Η απόσταση ανάμεσα σε εκείνο το φανάρι και στους ουρανοξύστες που φέρουν σήμερα την υπογραφή του γιου του είναι, ίσως, η πιο ακριβής μέτρηση του τι σημαίνει αμερικανικό όνειρο στην ελληνική του εκδοχή.
- Το παιδί που έφυγε έξι μηνών
- Δέκα χιλιάδες δολάρια που δεν υπήρχαν
- Οι προμηθευτές που έγιναν τράπεζα
- Όταν όλοι έφευγαν, εκείνος αγόραζε
- Η αποτυχία που τον οδήγησε στο πετρέλαιο
- Το 1986 και η αγορά που άλλαξε το όνομα
- Στα ερτζιανά, κάθε βράδυ
- Η Νίσυρος που έμεινε παρούσα
- Ο παλιός γνώριμος από τη Νέα Υόρκη
- Ο πόλεμος των σούπερ μάρκετ
- Η γραμμή που δεν ήταν ποτέ ευθεία
Και όμως, θα μπορούσε να μην είχε συμβεί τίποτα από όλα αυτά. Ο Κατσιματίδης θα μπορούσε να είχε γίνει ένας ακόμη ηλεκτρολόγος μηχανικός με καλές σπουδές, σταθερό μισθό και μια καριέρα που θα χωρούσε άνετα σε δύο σελίδες βιογραφικού. Βρισκόταν μια ανάσα από το πτυχίο του στο NYU — οκτώ credits, τίποτα ουσιαστικά — όταν πήρε μια απόφαση που, αν την παρακολουθούσε κανείς εκείνη τη στιγμή, θα του φαινόταν σχεδόν ανόητη. Εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί σε ένα μικρό παντοπωλείο.
Το παιδί που έφυγε έξι μηνών
Γεννήθηκε στη Νίσυρο τον Σεπτέμβριο του 1948 και έφτασε στην Αμερική σε ηλικία έξι μηνών, στην αγκαλιά μιας οικογένειας που δεν είχε τίποτα άλλο εκτός από το επώνυμό της. Οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στο δυτικό Χάρλεμ, χωρίς οικονομική άνεση, με τον πατέρα του — φαροφύλακα στην Ελλάδα — να βρίσκει δουλειά σε εστιατόριο και να εργάζεται ατελείωτες ώρες. Ένα μικρό διαμέρισμα, μια γειτονιά που τότε δεν θεωρούνταν εύκολη, και ένα παιδί που έμαθε από νωρίς ότι τα χρήματα δεν πέφτουν από τον ουρανό.
Ήταν καλός μαθητής — αρκετά καλός ώστε να αποφοιτήσει από το Brooklyn Technical High School και να λάβει ακόμη και πρόταση εισαγωγής στη στρατιωτική ακαδημία του Γουέστ Πόιντ, την οποία απέρριψε για να γραφτεί στο New York University με προορισμό, όπως όλα έδειχναν, ένα γραφείο μηχανικού.
Η στροφή ήρθε αθόρυβα, με τη μορφή μιας φοιτητικής εργασίας. Ξεκίνησε σε ένα μικρό κατάστημα τροφίμων στην 137η οδό, αρχικά απλώς για να βγάζει χρήματα. Πολύ γρήγορα όμως άρχισε να αντιμετωπίζει το μαγαζί σαν μικρό εργαστήριο του επιχειρείν: παρατηρούσε τι ζητούσαν οι πελάτες, ποια προϊόντα κινούνταν, πώς ανανεωνόταν το εμπόρευμα, πόσο γρήγορα γύριζε το κεφάλαιο. Ο ιδιοκτήτης αναγνώρισε το ένστικτο και του πρότεινε να γίνει συνέταιρος.
Δέκα χιλιάδες δολάρια που δεν υπήρχαν
Για να αποκτήσει το 50% του καταστήματος χρειαζόταν 10.000 δολάρια. Δεν τα είχε.
Αντί να αφήσει την ευκαιρία να περάσει, πρότεινε κάτι που μοιάζει σήμερα με το πρώτο μάθημα ολόκληρης της καριέρας του: να εξοφλήσει το ποσό σε δέκα μηνιαίες δόσεις των 1.000 δολαρίων, χρησιμοποιώντας τα ίδια τα κέρδη της επιχείρησης. Αν αποτύγχανε έστω και σε μία πληρωμή, έχανε το μερίδιό του. Δεν υπήρχε δίχτυ προστασίας, δεν υπήρχε δεύτερη ευκαιρία.
Το ρίσκο απέδωσε. Οι πωλήσεις αυξήθηκαν, οι δόσεις πληρώθηκαν, και ο ίδιος άρχισε να υποψιάζεται ότι είχε μπροστά του κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια προσωρινή δουλειά. Και τότε έφτασε η στιγμή της απόφασης. Τελευταίο έτος στο NYU, οκτώ credits πριν από τον στόχο. Η λογική έλεγε να τελειώσει τις σπουδές, αλλά ο Τζον Κατσιματίδης έφυγε και δεν επέστρεψε ποτέ.
Είναι μια λεπτομέρεια που αφηγείται εδώ και μισό αιώνα, γιατί εμπεριέχει ολόκληρη τη φιλοσοφία του. Προτίμησε την ιδιοκτησία από τον τίτλο. Το χαρτί θα του εξασφάλιζε μια θέση σε μια εταιρεία. Το κατάστημα του εξασφάλιζε ένα κλειδί στην τσέπη.
Οι προμηθευτές που έγιναν τράπεζα
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ανοίγει το δικό του κατάστημα στο Upper West Side του Μανχάταν και αρχίζει να χτίζει την αλυσίδα Red Apple. Ο ανταγωνισμός είναι σκληρός, τα περιθώρια μικρά, και το εμπόδιο προφανές γιατί η επέκταση απαιτεί κεφάλαιο, και τα ράφια των νέων καταστημάτων θέλουν εμπόρευμα από την πρώτη μέρα.
Εδώ κάνει τη δεύτερη κίνηση που καθορίζει τα πάντα. Αντί να στραφεί στις τράπεζες, πείθει τους προμηθευτές να του δίνουν πίστωση. Το εμπόρευμα φτάνει στα ράφια, εκείνος το πουλά, και τους πληρώνει αργότερα. Με αυτόν τον τρόπο, οι ίδιοι οι προμηθευτές μετατρέπονται σε μηχανισμό χρηματοδότησης της ανάπτυξής του χωρίς επιτόκια, χωρίς εγγυήσεις, χωρίς εξωτερικό δανεισμό.
Παράλληλα, αλλάζει και τους κανόνες του παιχνιδιού στο ίδιο το ράφι. Κρατά τα μαγαζιά ανοιχτά μέχρι αργά, επτά ημέρες την εβδομάδα, προσφέρει δωρεάν διανομή και εξαργυρώνει επιταγές για τους πελάτες του. Σήμερα όλα αυτά ακούγονται αυτονόητα. Τότε ήταν επανάσταση.
Το αποτέλεσμα έρχεται με ταχύτητα που ξαφνιάζει ακόμη και σήμερα. Μέχρι τα 25 του έχει δέκα σούπερ μάρκετ στο Μανχάταν, χωρίς χρέος, με πωλήσεις γύρω στα 25 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο και προσωπικό εισόδημα ένα εκατομμύριο. Το παιδί του Έλληνα μετανάστη είναι πλέον εκατομμυριούχος. Και αντί να σταματήσει, στρέφει το βλέμμα στην ίδια την πόλη.
Όταν όλοι έφευγαν, εκείνος αγόραζε
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η Νέα Υόρκη περνά μία από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις της ιστορίας της. Η εγκληματικότητα εκτοξεύεται, επιχειρήσεις βάζουν λουκέτο, γειτονιές παρακμάζουν, και τα ακίνητα αντιμετωπίζονται από τους επενδυτές σαν βάρος και όχι σαν περιουσία.
Ο Κατσιματίδης κινείται αντίθετα στο ρεύμα. Το 1977 τοποθετεί περίπου 5 εκατομμύρια δολάρια από τα κέρδη των σούπερ μάρκετ σε ακίνητα του Μανχάταν. Πέντε χρόνια αργότερα, σύμφωνα με τον ίδιο, η αξία τους αγγίζει τα 100 εκατομμύρια.
Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν ισχυρίστηκε ποτέ πως προέβλεψε κάποια μεγαλειώδη αναγέννηση της πόλης. Έχει πει, με αφοπλιστική απλότητα, ότι απλώς έπρεπε να βρει κάπου να τοποθετήσει τα χρήματα που παρήγαγε η επιχείρησή του. Το αποτέλεσμα όμως άλλαξε το μέγεθος του παιχνιδιού: ο λιανέμπορος έγινε επενδυτής ακινήτων.
Στο μεταξύ, η αλυσίδα συνεχίζει να μεγαλώνει. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 αριθμεί πάνω από 25 καταστήματα σε Μανχάταν και Μπρονξ με ετήσιες πωλήσεις γύρω στα 40 εκατομμύρια δολάρια. Μέχρι το 1985 ο τζίρος έχει φτάσει τα 110 εκατομμύρια.
Η αποτυχία που τον οδήγησε στο πετρέλαιο
Λίγα χρόνια αργότερα, η αγάπη του για τα αεροπλάνα μετατρέπεται σε επιχειρηματική περιπέτεια. Παίρνει άδεια πιλότου, αναπτύσσει αεροπορική δραστηριότητα και συγκροτεί σταδιακά στόλο δεκάδων αεροσκαφών. Η επιτυχία τον κάνει πιο τολμηρό. Το 1984 αγοράζει την Capitol Air.
Αυτή τη φορά κάνει λάθος. Η εταιρεία οδηγείται σε πτώχευση και η επένδυση καταγράφεται ως μία από τις σοβαρότερες αποτυχίες της καριέρας του.
Μόνο που μέσα από τα συντρίμμια εμφανίζεται η επόμενη ευκαιρία. Καθώς προσπαθεί να διαχειριστεί τις συνέπειες, έρχεται σε επαφή με την United Refining, μια εξίσου προβληματική εταιρεία του πετρελαϊκού κλάδου με διυλιστήρια σε Πενσιλβάνια και Αλαμπάμα. Δεν είναι πετρελαιάς, δεν έχει την παραμικρή εμπειρία στη διύλιση. Βλέπει όμως υποτιμημένα περιουσιακά στοιχεία και αποφασίζει, το 1986, να αποκτήσει τον έλεγχο.
Η κίνηση αποδεικνύεται καθοριστική, αφού το πετρέλαιο γίνεται ένας από τους βασικούς πυλώνες της περιουσίας του. Ένας άνθρωπος που πουλούσε τρόφιμα, μπήκε στην ενέργεια και όχι διακοσμητικά.
Το 1986 και η αγορά που άλλαξε το όνομα
Η ίδια χρονιά φέρνει και τη μεγάλη κίνηση στο λιανεμπόριο. Η Red Apple εξαγοράζει 36 σούπερ μάρκετ Gristedes και έντεκα συνδεδεμένα καταστήματα ειδών διατροφής. Το όνομα Gristedes είναι μέχρι σήμερα συνώνυμο του Μανχάταν. Μια αλυσίδα που για γενιές Νεοϋορκέζων είναι απλώς «το σούπερ μάρκετ της γωνίας».
Η Red Apple Group παύει σταδιακά να είναι εταιρεία λιανεμπορίου. Στο χαρτοφυλάκιό της μπαίνουν ακίνητα, ενέργεια, πετρέλαιο, εκατοντάδες πρατήρια καυσίμων, χρηματοοικονομικές συμμετοχές, αεροπορικές δραστηριότητες και, αργότερα, media. Το αποτύπωμά του απλώνεται από το Μανχάταν μέχρι τη Φλόριντα, όπου ο όμιλος υπογράφει ακόμη και τον ψηλότερο πύργο στο κέντρο του Σεντ Πίτερσμπεργκ.
Το μοτίβο έχει πλέον σταθεροποιηθεί και είναι εμφανές σε κάθε κίνηση. Δεν περιμένει να βρει την τέλεια αγορά. Μετακινείται από κλάδο σε κλάδο όποτε εντοπίζει περιουσιακά στοιχεία, ταμειακές ροές ή ευκαιρίες που θεωρεί υποτιμημένες. Η γνώση του αντικειμένου έρχεται μετά· πρώτα έρχεται η αναγνώριση της αξίας.
Στα ερτζιανά, κάθε βράδυ
Το πιο ιδιόρρυθμο κεφάλαιο της διαδρομής του δεν έχει να κάνει με χρήματα αλλά με μικρόφωνα. Ο Κατσιματίδης παρουσιάζει δύο ραδιοφωνικές εκπομπές — μία κυριακάτικη και μία βραδινή — και το 2019 ανακοινώνει τη συμφωνία εξαγοράς του θρυλικού σταθμού WABC, η οποία ολοκληρώνεται τον Μάρτιο του 2020.
Δεν αγόρασε έναν σταθμό. Αγόρασε ένα κομμάτι της νεοϋορκέζικης μυθολογίας και μετά συνέχισε να αγοράζει, προσθέτοντας κι άλλους σταθμούς της περιοχής στον όμιλό του. Στα 77 του, ένας δισεκατομμυριούχος που θα μπορούσε να παίζει γκολφ, μπαίνει σχεδόν κάθε μέρα στο στούντιο.
Η Νίσυρος που έμεινε παρούσα
Παρότι μεγάλωσε ουσιαστικά ως Νεοϋορκέζος, η ελληνική καταγωγή παρέμεινε σταθερό κομμάτι της δημόσιας ζωής του. Διατήρησε στενούς δεσμούς με την ελληνοαμερικανική κοινότητα και την Ορθόδοξη Εκκλησία, συμμετέχοντας σε φιλανθρωπικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες και παραμένοντας ιδιαίτερα ενεργός στα ζητήματα της ομογένειας. Από την παρέλαση της ελληνικής ανεξαρτησίας στην Πέμπτη Λεωφόρο μέχρι τις υποτροφίες που χρηματοδοτεί εδώ και δεκαετίες σε αμερικανικά πανεπιστήμια. Για να είναι πλέον αντιπρόεδρος του Αρχιεπισκοπικού Συμβουλίου της Ελληνορθόδοξης Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής.
Με τα χρόνια το όνομά του άρχισε να εμφανίζεται όχι μόνο στις επιχειρηματικές σελίδες αλλά και στον πολιτικό κόσμο της πόλης. Το 2013 διεκδίκησε το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών για τη δημαρχία της Νέας Υόρκης. Δεν το κέρδισε — έχασε στις προκριματικές, κερδίζοντας ωστόσο στο Στέιτεν Άιλαντ — αλλά μέχρι τότε η πολιτική ήταν ήδη ένας χώρος στον οποίο διέθετε ισχυρές γνωριμίες. Και μια αντίφαση που τον χαρακτηρίζει: υπήρξε επί χρόνια σημαντικός χρηματοδότης των Δημοκρατικών προτού μετακινηθεί καθαρά στο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο.
Ο παλιός γνώριμος από τη Νέα Υόρκη
Ανάμεσα σε αυτές τις γνωριμίες βρίσκεται και ο Ντόναλντ Τραμπ. Οι δύο άνδρες γνωρίζονται εδώ και δεκαετίες, από την εποχή που κινούνταν στους ίδιους κύκλους της επιχειρηματικής και κοινωνικής ζωής της πόλης, πολύ πριν ο Τραμπ αποφασίσει να διεκδικήσει την προεδρία.
Οι αφετηρίες τους, ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές. Ο ένας μεγάλωσε μέσα σε μια ήδη εύπορη οικογένεια του real estate. Ο άλλος σε ένα διαμέρισμα του Χάρλεμ, με πατέρα που δούλευε σε εστιατόριο. Με τα χρόνια ο Ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας εξελίχθηκε σε ανοιχτό υποστηρικτή του Τραμπ, διατηρώντας στενή πρόσβαση στον πολιτικό και κοινωνικό του κύκλο.
Ο πόλεμος των σούπερ μάρκετ
Η πιο πρόσφατη — και ίσως πιο σφοδρή — μάχη του δίνεται τώρα, στην ίδια την πόλη που τον έκανε πλούσιο. Επίμαχο σημείο είναι το σχέδιο της νέας δημοτικής αρχής της Νέας Υόρκης για δημοτικά σούπερ μάρκετ, ένα σε κάθε διαμέρισμα της πόλης, με βασικά τρόφιμα σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές.
Η αντίδρασή του υπήρξε άμεση και αμείλικτη. Υποστηρίζει ότι καταστήματα που στηρίζονται στον φορολογούμενο και δεν πληρώνουν ενοίκιο ούτε φόρους δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό απέναντι στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, και ότι οι πρώτοι που θα πληγούν θα είναι τα μικρά μπακάλικα των γειτονιών. Έχει προειδοποιήσει για απώλειες θέσεων εργασίας και έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μεταφοράς δραστηριοτήτων εκτός πόλης.
Η γραμμή που δεν ήταν ποτέ ευθεία
Η εύκολη εκδοχή της ιστορίας του λέει ότι ένα παιδί μεταναστών ξεκίνησε από το μηδέν και έγινε δισεκατομμυριούχος, με περιουσία που υπολογίζεται σήμερα σε αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια. Η πιο ενδιαφέρουσα εκδοχή είναι άλλη.
Ο Κατσιματίδης δεν ακολούθησε ποτέ ευθεία γραμμή. Κάθε επιχείρηση γεννούσε την επόμενη, κάθε αγορά άνοιγε μια διαφορετική πόρτα, και ακόμη και οι αποτυχίες λειτουργούσαν σαν παρακάμψεις προς κάτι μεγαλύτερο. Το παντοπωλείο έφερε τα σούπερ μάρκετ. Τα σούπερ μάρκετ έφεραν τα ακίνητα. Τα αεροπλάνα έφεραν την αποτυχία. Και η αποτυχία έφερε το πετρέλαιο.
Δεν είναι εύκολη προσωπικότητα να αποτιμηθεί. Οι δηλώσεις του έχουν προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις, οι πολιτικές του συμμαχίες έχουν αλλάξει στρατόπεδο, και ο τρόπος με τον οποίο υπερασπίζεται τα συμφέροντά του δεν αφήνει περιθώρια για διπλωματία. Είναι, με κάθε έννοια, αμφιλεγόμενος και δεν φαίνεται να ενοχλείται ιδιαίτερα από αυτό.
Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η τροχιά. Όλα ξεκίνησαν από μια απόφαση που εκείνη τη στιγμή έμοιαζε περισσότερο με παραίτηση παρά με επιχειρηματικό σχέδιο. Οκτώ credits πριν από το πτυχίο, ο νεαρός από τη Νίσυρο άφησε το NYU και γύρισε στο παντοπωλείο. Το πτυχίο δεν το πήρε ποτέ. Το φανάρι του πατέρα του, όμως, φαίνεται πως δεν έσβησε.
Μάξιμος Θ. Κυπριανού