Ένα νέο κεφάλαιο στον παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο ανοίγουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή νέων δασμών στις εισαγωγές από περίπου 60 εμπορικούς εταίρους, μεταξύ των οποίων η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Βρετανία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία και η Ινδία. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες χώρες δεν έλαβαν επαρκή μέτρα για την αντιμετώπιση της καταναγκαστικής εργασίας στις αλυσίδες παραγωγής προϊόντων που εξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι νέοι δασμοί κυμαίνονται από 10% έως 12,5% και αναμένεται να τεθούν σε ισχύ την Παρασκευή, επηρεάζοντας σχεδόν το σύνολο των εισαγωγών προς την αμερικανική αγορά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η αμερικανική κυβέρνηση, τα προϊόντα που προέρχονται από τις συγκεκριμένες χώρες αντιστοιχούν περίπου στο 99,4% των συνολικών εισαγωγών των ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά το νέο πακέτο μέτρων μία από τις ευρύτερες εμπορικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών.
Ορισμένες χώρες εξασφάλισαν χαμηλότερο συντελεστή 10%, καθώς παρουσίασαν μέτρα για την αντιμετώπιση της καταναγκαστικής εργασίας. Ωστόσο, Αμερικανοί αξιωματούχοι ξεκαθάρισαν ότι παραμένουν επιφυλακτικοί ως προς την αποτελεσματικότητα των δεσμεύσεων αυτών και δεν αποκλείουν τη διατήρηση ή ακόμη και την αυστηροποίηση των υψηλότερων δασμών, εφόσον κριθεί ότι δεν υπάρχει ουσιαστική πρόοδος.
Η επιλογή της χρονικής στιγμής μόνο τυχαία δεν θεωρείται. Η ανακοίνωση έρχεται λίγο μετά τη λήξη του γενικού δασμού 10% που είχε επιβάλει νωρίτερα η κυβέρνηση Τραμπ και σε μια περίοδο κατά την οποία ο Λευκός Οίκος αναζητούσε νέα νομική βάση για να συνεχίσει την αυστηρή εμπορική του πολιτική. Η εξέλιξη ακολουθεί προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο είχε κρίνει ότι σημαντικό μέρος των δασμών που είχαν επιβληθεί μέσω έκτακτων προεδρικών εξουσιών δεν μπορούσε να στηριχθεί στο συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο.
Αντί να εγκαταλείψει την πολιτική των δασμών, η αμερικανική κυβέρνηση επέλεξε διαφορετική νομική οδό, αξιοποιώντας τα συμπεράσματα πολύμηνης έρευνας του Εμπορικού Εκπροσώπου των Ηνωμένων Πολιτειών (USTR). Η έρευνα επικεντρώθηκε στην υποτιθέμενη χρήση καταναγκαστικής εργασίας στην παραγωγή αγαθών που εισάγονται στις ΗΠΑ και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αρκετές χώρες δεν έχουν λάβει επαρκή μέτρα για την εξάλειψη του φαινομένου.
Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να θεμελιώσει τους νέους δασμούς σε διαφορετική νομική βάση, αποφεύγοντας τα εμπόδια που προέκυψαν από τις προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις. Παράλληλα, η συγκεκριμένη στρατηγική επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να διατηρήσει την πίεση προς τους βασικούς εμπορικούς της εταίρους, χωρίς να χρειάζεται να επαναφέρει το προηγούμενο καθεστώς έκτακτων εξουσιών που είχε αμφισβητηθεί δικαστικά.
Παρά το ευρύ πεδίο εφαρμογής των μέτρων, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε εξαιρέσεις για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και αγαθά που δεν μπορούν να παραχθούν επαρκώς στην εγχώρια αγορά, ώστε να περιοριστούν οι επιπτώσεις στην αμερικανική οικονομία και στη βιομηχανική παραγωγή.
Η νέα αυτή πρωτοβουλία αναμένεται να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους υπόλοιπους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς θεωρείται πιθανό να οδηγήσει σε νέο γύρο εμπορικών αντιποίνων και να επιβαρύνει περαιτέρω το διεθνές εμπόριο. Παράλληλα, επιβεβαιώνει ότι η εμπορική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ εξακολουθεί να βασίζεται στην επιβολή πιέσεων μέσω των δασμών, αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο νομικό εργαλείο για την προώθηση των αμερικανικών οικονομικών και βιομηχανικών συμφερόντων.