Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέρχεται στο μέτωπο του Ιράν με τον πιο άμεσο τρόπο που έχει επιλέξει μέχρι σήμερα. Σε εκτενή ανάρτησή του στο Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν περιγράφει απλώς μια πορεία διαπραγμάτευσης, αλλά υπαγορεύει ουσιαστικά τους όρους μιας συμφωνίας προς την Τεχεράνη.
Δύο ζητήματα κυριαρχούν στο κείμενό του και λειτουργούν ως το σκληρό πυρήνα των απαιτήσεων της Ουάσινγκτον: το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και το εμπλουτισμένο ουράνιο που, σύμφωνα με τον ίδιο, παραμένει θαμμένο στις υπόγειες ιρανικές εγκαταστάσεις. Στο τέλος της ανάρτησής του, ο Τραμπ προαναγγέλλει ότι θα συνεδριάσει με στενούς συνεργάτες του στην Αίθουσα Επιχειρήσεων (Situation Room) για να λάβει την τελική του απόφαση, δίνοντας στο όλο εγχείρημα έναν τόνο επικείμενης κρισιμότητας.
Το πρώτο και πιο φορτισμένο σημείο αφορά τη ναυσιπλοΐα. Ο Τραμπ ζητά τα Στενά του Ορμούζ να ανοίξουν αμέσως, χωρίς διόδια και προς τις δύο κατευθύνσεις, ώστε η διέλευση των πλοίων να γίνεται απρόσκοπτα. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρεται στις θαλάσσιες νάρκες που, όπως υποστηρίζει, έχουν τοποθετηθεί στην περιοχή. Ισχυρίζεται ότι οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν ήδη εξουδετερώσει πολλές από αυτές μέσω ελεγχόμενων εκρήξεων με τη βοήθεια εξειδικευμένων ναρκαλιευτικών μέσων και προσθέτει, με τον χαρακτηριστικό του τρόπο, ότι «δεν απομένουν πολλές». Η Τεχεράνη, σύμφωνα πάντα με την ανάρτηση, καλείται να ολοκληρώσει η ίδια την απομάκρυνση ή εξουδετέρωση όσων ναρκών έχουν ενδεχομένως απομείνει.
Συνδεδεμένο με τα παραπάνω είναι και το ζήτημα των εμπορικών πλοίων που, όπως περιγράφει ο Τραμπ, έχουν παραμείνει εγκλωβισμένα εξαιτίας ενός ναυτικού αποκλεισμού που, λέει, θα αρθεί. Σε ένα από τα πιο προσωπικά αποσπάσματα της ανάρτησης, απευθύνεται κατευθείαν στα πληρώματα, λέγοντάς τους ότι μπορούν να ξεκινήσουν τη διαδικασία επιστροφής στις οικογένειές τους και στέλνοντας χαιρετισμούς σε συζύγους, γονείς και συγγενείς. Το ύφος αυτό, που εναλλάσσεται ανάμεσα στη σκληρή διπλωματική απαίτηση και στη λαϊκή, σχεδόν θεατρική προσφώνηση, αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό της επικοινωνιακής του τακτικής.
Πάνω από όλα, όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος θέτει ευθύς εξαρχής τη βασική κόκκινη γραμμή: το Ιράν δεν πρόκειται να αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο. Πρόκειται για τη διαχρονική θέση της Ουάσινγκτον, την οποία ο Τραμπ επαναλαμβάνει εδώ με κατηγορηματικό τρόπο. Σε ό,τι αφορά το ήδη εμπλουτισμένο υλικό, η ανάρτηση εισάγει μια ιδιαίτερα τολμηρή εικόνα. Ο Τραμπ το αποκαλεί ενίοτε «πυρηνική σκόνη» και υποστηρίζει ότι βρίσκεται θαμμένο βαθιά κάτω από τη γη, σχεδόν κάτω από βουνά που, όπως λέει, κατέρρευσαν ύστερα από την επίθεση αμερικανικών βομβαρδιστικών B-2 πριν από έντεκα μήνες. Το υλικό αυτό, αναφέρει, θα ανασυρθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες και στη συνέχεια θα καταστραφεί υπό την επίβλεψη της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ), σε συντονισμό με την ίδια την ιρανική πλευρά.
Στο σημείο αυτό η ανάρτηση περιλαμβάνει μια απρόσμενη λεπτομέρεια. Ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι οι ΗΠΑ είναι η μοναδική χώρα μαζί με την Κίνα που διαθέτει τη μηχανολογική δυνατότητα να ανασύρει το θαμμένο υλικό. Η αναφορά στο Πεκίνο, χωρίς περαιτέρω εξήγηση για τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει, ξενίζει και αφήνει αρκετά ερωτηματικά, καθώς η Κίνα δεν εμφανίζεται πουθενά αλλού στο κείμενο ως μέρος της διαδικασίας.
Δύο ακόμη σημεία κλείνουν τον κατάλογο των αμερικανικών θέσεων. Πρώτον, ο Τραμπ ξεκαθαρίζει ότι δεν θα υπάρξει ανταλλαγή χρημάτων «μέχρι νεωτέρας», βάζοντας προς το παρόν στην άκρη το ευαίσθητο ζήτημα του ξεπαγώματος ιρανικών κεφαλαίων. Δεύτερον, αφήνει να εννοηθεί ότι μια σειρά από μικρότερης σημασίας ζητήματα έχουν ήδη συμφωνηθεί, χωρίς ωστόσο να μπαίνει σε λεπτομέρειες. Συνολικά, η ανάρτηση διαβάζεται λιγότερο ως ανακοίνωση επίτευξης συμφωνίας και περισσότερο ως δημόσια διατύπωση όρων λίγο πριν από μια κρίσιμη εσωτερική σύσκεψη.
Η αντίδραση από την Τεχεράνη δεν άργησε. Σύμφωνα με όσα μετέφερε το ιρανικό πρακτορείο Fars, η ιρανική πλευρά υποστηρίζει ότι ο Τραμπ διαστρεβλώνει τους όρους της υπό διαμόρφωση συμφωνίας. Το Ιράν αναφέρει ειδικότερα ότι ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε ως δεδομένη τη δέσμευση της Τεχεράνης να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ χωρίς διόδια και να καταστρέψει το εμπλουτισμένο της ουράνιο, την ώρα που, όπως ισχυρίζεται, κανένα από τα δύο αυτά σημεία δεν περιλαμβάνεται στο πραγματικό κείμενο των συνομιλιών. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια ευθεία αμφισβήτηση της εικόνας που επιχειρεί να προβάλει η Ουάσινγκτον.
Πέρα από τη διάψευση, η ιρανική πλευρά θέτει και τους δικούς της όρους. Ζητά από τις ΗΠΑ να αποδεσμεύσουν άμεσα δώδεκα δισεκατομμύρια δολάρια σε ιρανικά περιουσιακά στοιχεία ως προϋπόθεση για να προχωρήσουν οι συνομιλίες, κάτι που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη δήλωση Τραμπ ότι δεν προβλέπεται ανταλλαγή χρημάτων. Παράλληλα, η Τεχεράνη απαιτεί πλήρη κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο με όρους που, όπως αναφέρεται, ορίζει η Χεζμπολάχ, διευρύνοντας έτσι το πεδίο της διαπραγμάτευσης πέρα από το στενά πυρηνικό και ναυτιλιακό κομμάτι.
Το ίδιο πρακτορείο, επικαλούμενο πηγές με γνώση των συνομιλιών, περιγράφει τη συμφωνία ως μια υπόθεση που εκκρεμεί ακόμη ως προς την τελική έγκριση στο εσωτερικό του Ιράν. Οι ίδιες πηγές χαρακτηρίζουν τις δηλώσεις του Τραμπ ως ένα μείγμα αλήθειας και ανακρίβειας και τις ερμηνεύουν ως προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να εμφανίσει πρόωρα μια νίκη, προτού οριστικοποιηθεί οτιδήποτε επί της ουσίας.
Η εικόνα που προκύπτει, λοιπόν, είναι αυτή μιας διαπραγμάτευσης που διεξάγεται εξίσου στα τραπέζια των συνομιλιών και στη δημόσια σφαίρα. Από τη μία πλευρά, η Ουάσινγκτον προβάλλει έναν κατάλογο απαιτήσεων ως σχεδόν τετελεσμένο και απευθύνεται απευθείας στην κοινή γνώμη μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Από την άλλη, η Τεχεράνη επιχειρεί να διαψεύσει τη συγκεκριμένη αφήγηση και να επαναφέρει τα δικά της αιτήματα στο προσκήνιο. Η σημασία των Στενών του Ορμούζ προσθέτει ένα επιπλέον στρώμα έντασης, καθώς από αυτό το πέρασμα διακινείται ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πετρελαίου, γεγονός που μετατρέπει κάθε εξέλιξη σε ζήτημα με διεθνείς οικονομικές προεκτάσεις.
Με τη σύσκεψη στην Αίθουσα Επιχειρήσεων να έχει προαναγγελθεί και τις δύο πλευρές να παρουσιάζουν εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές, το επόμενο διάστημα αναμένεται να αποδειχθεί καθοριστικό. Αν οι ισχυρισμοί περί συμφωνίας επιβεβαιωθούν ή διαψευστούν, θα φανεί όχι μόνο από τις επίσημες ανακοινώσεις αλλά και από το αν τα Στενά θα παραμείνουν ανοιχτά και ασφαλή. Μέχρι τότε, η μόνη βεβαιότητα είναι ότι η απόσταση ανάμεσα στα όσα λέει η Ουάσινγκτον και σε όσα παραδέχεται η Τεχεράνη παραμένει μεγάλη και ότι κάθε επόμενη κίνηση θα διαβαστεί προσεκτικά και στις δύο πρωτεύουσες.