Λίγες ώρες αφότου ολοκλήρωσε τη σύσκεψη στο Situation Room χωρίς να ανακοινώσει «οριστική απόφαση», ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άνοιξε ένα νέο μέτωπο — αυτή τη φορά εναντίον ενός τηλεοπτικού δικτύου. Μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος απέρριψε δημοσίευμα του CNN σχετικά με το προσχέδιο συμφωνίας με το Ιράν, κατηγορώντας το δίκτυο ότι παρουσίασε λανθασμένα το περιεχόμενό του. Η στόχευση ήταν διττή: να διορθώσει — κατά την άποψή του — την εντύπωση που δημιουργήθηκε για τη συμφωνία, και ταυτόχρονα να επιτεθεί στο CNN με αφορμή τις αμφιβολίες του για την πορεία του δικτύου υπό το υφιστάμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Η αφορμή υπήρξε συγκεκριμένη. Το CNN μετέδωσε ότι το προσχέδιο της συμφωνίας δεν περιλαμβάνει αναφορές στο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης — μια πληροφορία που, αν ίσχυε, θα ισοδυναμούσε με αποδοχή από την Ουάσινγκτον ότι το πυρηνικό ζήτημα παραπέμπεται σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις, χωρίς δεσμευτικές προβλέψεις στο παρόν κείμενο. Ο Τραμπ αντέκρουσε αυτή την εκδοχή απευθείας: όπως υποστήριξε, το προσχέδιο ξεκαθαρίζει ρητά ότι το Ιράν δεν πρόκειται να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ενώ πρόσθεσε ότι μεγάλο μέρος του κειμένου είναι αφιερωμένο σε ζητήματα που συνδέονται με το πυρηνικό πρόγραμμα.
Το πρόβλημα είναι ότι η αλήθεια για το τι ακριβώς περιέχει το προσχέδιο παραμένει αμφισβητούμενη από πολλές πλευρές ταυτόχρονα. Το ιρανικό πρακτορείο Fars, σε άμεση αντίδραση στις δηλώσεις Τραμπ, υποστήριξε ότι το σχέδιο συμφωνίας «δεν περιέχει καμία αναφορά στην αποδόμηση ή καταστροφή πυρηνικών υλικών», ενώ πρόσθεσε ότι «το πιο σημαντικό μέρος της συμφωνίας» είναι «η άμεση καταβολή 12 δισ. δολαρίων από τα δεσμευμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία». Τεχεράνη και Ουάσινγκτον εμφανίζονται, ουσιαστικά, να διαπραγματεύονται διαφορετικές εκδοχές του ίδιου κειμένου — ή τουλάχιστον να παρουσιάζουν δημόσια διαφορετικές εκδοχές.
Αυτή η «σύγκρουση αντιλήψεων» αποτυπώνεται και στα εσωτερικά δεδομένα των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, οι ΗΠΑ ζητούν από το Ιράν να αναστείλει το πυρηνικό του πρόγραμμα για καθορισμένη περίοδο — αμερικανοί αξιωματούχοι φαίνεται να επιδιώκουν τουλάχιστον δέκα χρόνια — και να παραδώσει το υπάρχον απόθεμα περίπου 440 κιλών εμπλουτισμένου ουρανίου. Για την Τεχεράνη, η παραχώρηση αυτή συνιστά υπαρξιακό ζήτημα εθνικής ασφάλειας και εσωτερικής πολιτικής — κάτι που δεν μπορεί να συμφωνηθεί εκ των προτέρων, προτού δει άμεσα αντίτιμο. «Δεν θα του δώσουν παραχωρήσεις στην αρχή της συμφωνίας γιατί δεν τον εμπιστεύονται», ανέλυσε η Σανάμ Βακίλ, διευθύντρια του Προγράμματος Μέσης Ανατολής του Chatham House, προσθέτοντας ότι οι Ιρανοί έχουν «προσωπικά καεί» από τον Τραμπ — αναφερόμενη στην αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία JCPOA του 2018.
Στο παρασκήνιο, η εικόνα που αναδύεται είναι αυτή ενός Τραμπ που κινείται με ταυτόχρονη εσωτερική ατζέντα και διεθνή πίεση. Η ανόδος των τιμών των καυσίμων από την έναρξη του πολέμου έχει κοστίσει στους Αμερικανούς καταναλωτές, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Brown, 37 δισ. δολάρια σε βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης — ένα πολιτικό βάρος που ο ίδιος ο Τραμπ δεν μπορεί να αγνοήσει, ιδίως ενόψει του πολιτικού κλίματος. Ταυτόχρονα, ο πρόεδρος εμφανίζεται όλο και πιο ανυπόμονος με τον τρόπο που λειτουργούν οι ιρανοί διαπραγματευτές. «Κοιτάξτε, έχω αντιμετωπίσει αυτούς τέσσερις ή πέντε φορές — αλλάζουν γνώμη. Είναι πολύ ατιμότατοι άνθρωποι, η ηγεσία», δήλωσε ο Τραμπ από το Οβάλ Γραφείο, εκφράζοντας απογοήτευση για μια διαδικασία όπου, κατά τη δική του περιγραφή, τα μέρη φτάνουν κοντά σε συμφωνία και στη συνέχεια ο ιρανικός τρόπος αντιμετώπισης επαναφέρει τα πάντα στο σημείο εκκίνησης.
Η εκεχειρία, στο πλαίσιο αυτής της τεταμένης διαπραγματευτικής ατμόσφαιρας, δείχνει να τρίζει. Ο Τραμπ χαρακτήρισε την εκεχειρία με το Ιράν υπό «τεράστιες πιέσεις υποστήριξης» («massive life support»), σε μια διατύπωση που αποτυπώνει την αβεβαιότητα για το αν και πόσο μπορεί να αντέξει. Οι αλληλοκατηγορίες για παραβιάσεις — με τους Φρουρούς της Επανάστασης να χτυπούν αμερικανική βάση στο Κουβέιτ και τη CENTCOM να χαρακτηρίζει την κίνηση «κατάφωρη παραβίαση» — συνθέτουν ένα κλίμα στο οποίο οι λέξεις «εκεχειρία» και «σταθερότητα» ακούγονται ολοένα και πιο αναντίστοιχες με την πραγματικότητα.
Η αντίδραση του Τραμπ στο CNN εντάσσεται, τελικά, σε αυτό το σύνολο. Η επικοινωνιακή διαχείριση μιας τόσο πολύπλοκης διαπραγμάτευσης — με αντικρουόμενες πληροφορίες από αμερικανικές, ιρανικές και δημοσιογραφικές πηγές — αποτελεί από μόνη της ένα δύσκολο εγχείρημα. Κάθε «διαρροή» ή ερμηνεία για το περιεχόμενο του σχεδίου κειμένου επηρεάζει την εσωτερική πολιτική και των δύο πλευρών, τη διάθεση της κοινής γνώμης και τη σκληρή διαπραγματευτική θέση που καθεμία επιχειρεί να διατηρήσει.