Μια ενεργειακή συμφωνία που μόλις πριν από λίγους μήνες θα έμοιαζε αδιανόητη ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Η Ρωσία, σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, θα διαθέσει άμεσα μεγάλες ποσότητες πετρελαίου κίνησης στην αμερικανική και την παγκόσμια αγορά, με στόχο να ανακοπεί η εκρηκτική άνοδος των τιμών. Στην πρώτη φάση στις αγορές θα «πέσουν» πάνω από 300.000 τόνοι ντίζελ, ενώ ακολουθούν πολύ μεγαλύτερες παραδόσεις τους επόμενους μήνες.
Ο Τραμπ χαρακτήρισε τη συνομιλία με τον Ρώσο ομόλογό του «ιδιαίτερα επιτυχημένη» και έσπευσε να μεταφέρει τα νέα στο κοινό του μέσα από ανάρτηση στο Truth Social, με τον γνώριμο πανηγυρικό τόνο και τα κεφαλαία γράμματα που συνοδεύουν τις μεγάλες του ανακοινώσεις.
Ένα χρονοδιάγραμμα σε τέσσερα βήματα
Η συμφωνία, όπως την περιέγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος, εξελίσσεται σε διαδοχικά κύματα. Μετά την άμεση διάθεση των πρώτων 300.000 τόνων, η Μόσχα θα προμηθεύσει την αγορά με άλλους 500.000 τόνους μέσα στον Νοέμβριο και με ένα ακόμη εκατομμύριο τόνους «αμέσως μετά».
Το πιο φιλόδοξο κομμάτι όμως έρχεται στο τέλος. Ανάλογα με την κατάσταση των ρωσικών διυλιστηρίων, η Ρωσία θα μπορούσε να παραδώσει άλλους 3.000.000 τόνους μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αν υλοποιηθούν όλες οι ποσότητες που ανέφερε ο Τραμπ, οι ρωσικές παραδόσεις θα ξεπεράσουν συνολικά τους 4,8 εκατομμύρια τόνους, ένας όγκος ικανός να αλλάξει αισθητά την εικόνα μιας αγοράς που ασφυκτιά εδώ και μήνες.
Η αναφορά στην κατάσταση των διυλιστηρίων δεν είναι τυχαία. Είναι ακριβώς το σημείο που κρύβει το μεγαλύτερο ερωτηματικό της συμφωνίας.
Η αγορά που διψά για ντίζελ
Για να γίνει κατανοητό το βάρος της ανακοίνωσης, αρκεί μια ματιά στις τιμές. Το ντίζελ έχει φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ, πιέζοντας τους Αμερικανούς αγρότες, τις μεταφορικές εταιρείες και τελικά ολόκληρη την αλυσίδα των τιμών. Η κρίση έχει πολλές αιτίες, με κεντρική όμως την ίδια τη Ρωσία, έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαϊκών προϊόντων στον κόσμο.
Οι επιθέσεις της Ουκρανίας με drones στα ρωσικά διυλιστήρια έχουν βγάλει εκτός λειτουργίας σημαντικό μέρος της παραγωγής. Η Μόσχα απάντησε τον Ιούλιο με απαγόρευση των εξαγωγών βενζίνης και ντίζελ, την οποία μάλιστα παρέτεινε για άλλους έξι μήνες, ώστε να εξασφαλίσει την εσωτερική της αγορά. Εκτιμήσεις αναλυτών αναφέρουν ότι από την παγκόσμια αγορά έχουν χαθεί έτσι περίπου 800.000 βαρέλια ντίζελ την ημέρα.
Τις τελευταίες εβδομάδες ο Τραμπ είχε επανειλημμένα ζητήσει από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να σταματήσει τα πλήγματα στις ρωσικές εγκαταστάσεις ντίζελ, υποστηρίζοντας ότι προκαλούν έλλειψη σε ολόκληρο τον κόσμο. Η σημερινή ανακοίνωση μοιάζει με την άλλη όψη της ίδιας στρατηγικής, αφού αυτή τη φορά η λύση αναζητείται απευθείας στη Μόσχα.
Τα Στενά του Ορμούζ στην εξίσωση
Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν αρκέστηκε στη ρωσική πλευρά. Στην ανάρτησή του συνέδεσε τη συμφωνία με αυτό που ο ίδιος περιέγραψε ως «πλήρη έλεγχο» των Στενών του Ορμούζ, του θαλάσσιου περάσματος από το οποίο διέρχεται ένα μεγάλο μέρος του πετρελαίου που κινείται στον πλανήτη.
Με τον πλήρη έλεγχο των Στενών και αυτή την ανακοίνωση για τη ρωσική ενέργεια, έγραψε ο Τραμπ, οι τιμές του ντίζελ για τους Αμερικανούς αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο θα μειωθούν με ρυθμούς ρεκόρ και πολύ γρήγορα. Πρόσθεσε ότι οι χαμηλότερες τιμές, ιδίως για τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους και τους οδηγούς φορτηγών, αποτελούν τη μεγαλύτερη προτεραιότητά του. Δεν παρέλειψε μάλιστα να υπενθυμίσει, για ακόμη μία φορά, ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα.
Η αναφορά στους αγρότες και τους οδηγούς φορτηγών έχει σαφές πολιτικό αποτύπωμα. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να απέχουν λιγότερο από ένα μήνα, το κόστος των καυσίμων έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο ευαίσθητα θέματα για τον Λευκό Οίκο.
Το Κρεμλίνο επιβεβαιώνει
Η απάντηση από τη Μόσχα δεν άργησε. Το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να προμηθεύσει με πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις διεθνείς αγορές. Ο Πούτιν, σύμφωνα με τη ρωσική ανακοίνωση, εκτιμά ότι η είσοδος του ρωσικού πετρελαίου στην αμερικανική αγορά θα έχει θετικό αντίκτυπο στο σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας.
Η ρωσική πλευρά όμως έδωσε και μια ευρύτερη εικόνα της συζήτησης. Το τηλεφώνημα, όπως ανέφερε, επικεντρώθηκε στις προοπτικές επίλυσης της κρίσης στην Ουκρανία, ενώ στο τραπέζι τέθηκε και το ζήτημα του Ιράν. Με άλλα λόγια, το ντίζελ μπορεί να κυριάρχησε στην ανάρτηση του Τραμπ, ήταν όμως μόνο ένα κομμάτι μιας πολύ μεγαλύτερης διαπραγμάτευσης.
Τα ερωτήματα πίσω από τους αριθμούς
Η ανακοίνωση γεννά αμέσως εύλογα ερωτήματα. Το πρώτο αφορά τις κυρώσεις. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διατηρεί περιοριστικά μέτρα απέναντι στον ρωσικό ενεργειακό τομέα, ενώ στο Κογκρέσο προωθείται νομοσχέδιο για ακόμη αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Μόσχας. Το πώς θα συνδυαστούν όλα αυτά με την είσοδο ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική αγορά δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί.
Το δεύτερο ερώτημα είναι πρακτικό. Η Ρωσία έχει απαγορεύσει τις εξαγωγές καυσίμων ακριβώς επειδή τα διυλιστήριά της δεν επαρκούν πλήρως ούτε για την εσωτερική κατανάλωση. Η ρήτρα για την κατάσταση των εγκαταστάσεων, που συνοδεύει τους 3.000.000 τόνους, δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος των ποσοτήτων παραμένει υπό αίρεση.
Το τρίτο ερώτημα είναι γεωπολιτικό. Για το Κίεβο, τα πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια αποτελούν έναν από τους λίγους μοχλούς πίεσης που διαθέτει. Μια συμφωνία που κάνει το ρωσικό ντίζελ πολύτιμο για την αμερικανική οικονομία ενδέχεται να περιορίσει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια της Ουκρανίας και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της Μόσχας.
Τι σημαίνει για την αντλία
Για τους καταναλωτές, από την Αμερική μέχρι την Ευρώπη, το κρίσιμο είναι αν και πότε η συμφωνία θα φανεί στην τιμή του καυσίμου. Οι πρώτοι 300.000 τόνοι μπορούν να δώσουν μια άμεση ανάσα στην αγορά, αλλά η ουσιαστική αποκλιμάκωση θα εξαρτηθεί από το αν θα ακολουθήσουν πράγματι οι μεγαλύτερες παραδόσεις.
Οι αγορές θα κρίνουν τις επόμενες ημέρες αν πρόκειται για πραγματική στροφή ή για μια ακόμη εντυπωσιακή ανακοίνωση. Ένα πάντως είναι ήδη σαφές. Το ντίζελ έχει πάψει να είναι απλώς ένα καύσιμο και έχει μετατραπεί σε γεωπολιτικό χαρτί, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα χέρια του Τραμπ και του Πούτιν.