Η πλειοψηφία λέει ότι έγινε λάθος. Σχεδόν οι μισοί λένε ότι πρέπει να διορθωθεί. Νέα μεγάλη δημοσκόπηση αποτυπώνει μια Βρετανία που έχει αλλάξει γνώμη για το Brexit, ενισχύοντας όσους εντός της Ντάουνινγκ Στριτ ζητούν να ανοίξει εκ νέου η συζήτηση για τη σχέση της χώρας με τις Βρυξέλλες.
Σύμφωνα με την έρευνα της Messina Group, το 49% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ της πλήρους επανένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έναντι 28,5% που διαφωνεί. Η επιλογή αυτή αναδείχθηκε η δημοφιλέστερη ανάμεσα σε επτά διαφορετικά μοντέλα σχέσεων που τέθηκαν προς αξιολόγηση. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 11.461 άτομα, από τις 12 έως τις 24 Σεπτεμβρίου, με στάθμιση βάσει του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος του 2016.
Για το κυβερνών κόμμα, ωστόσο, το κρισιμότερο εύρημα είναι άλλο. Όλες οι επιλογές που οδηγούν σε στενότερες σχέσεις με την ΕΕ αυξάνουν το ποσοστό των Εργατικών κατά 4,3 έως 7,4 ποσοστιαίες μονάδες, με τα περισσότερα κέρδη να προέρχονται από ψηφοφόρους των Πρασίνων και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών. Το μέγιστο όφελος καταγράφεται στο σενάριο κατά το οποίο ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ δεσμευόταν για νέο δημοψήφισμα και τασσόταν ανοιχτά υπέρ της επιστροφής.
Ο ίδιος έχει ήδη κάνει το πρώτο βήμα. Στην πρώτη του ομιλία ως ηγέτης των Εργατικών στο συνέδριο του κόμματος, την Τρίτη, ανακοίνωσε επανεξέταση όλων των επιλογών, διευκρινίζοντας στη συνέχεια ότι ανάμεσά τους πρέπει να περιλαμβάνεται και η πλήρης επανένταξη. Έχει δηλώσει, μάλιστα, ότι θέλει να δει τη χώρα να επιστρέφει στην ΕΕ «όσο βρίσκεται ακόμη εν ζωή».
Ως προς το πώς θα γινόταν αυτό, η κοινή γνώμη δεν έχει ενιαία άποψη. Σχεδόν ένας στους τρεις θεωρεί ότι απαιτείται νέο δημοψήφισμα, περισσότεροι από ένας στους έξι ότι θα αρκούσε σαφής εντολή μέσω βουλευτικών εκλογών, και αντίστοιχο ποσοστό ότι η απόφαση θα μπορούσε να ληφθεί από το Κοινοβούλιο. Διαφοροποίηση υπάρχει και στον χρονικό ορίζοντα. Το 25,9% θέλει άμεση επανένταξη, το 22,9% μέσα στην επόμενη τριετία, ένα 8,4% σε ορίζοντα δεκαετίας, ενώ το 23% δεν επιθυμεί καμία στενότερη σχέση.
Η πολιτική πραγματικότητα εντός του κόμματος, πάντως, είναι πιο σύνθετη από τα ποσοστά. Η προοπτική προκαλεί έντονη ανησυχία σε βουλευτές που εκπροσωπούν περιφέρειες οι οποίες είχαν ψηφίσει υπέρ του Brexit, με τον φόβο ότι η επαναφορά του ζητήματος θα δώσει ώθηση στο Reform. Χαρακτηριστικό είναι ότι δύο στους τρεις υπουργούς, μεταξύ των οποίων ο ίδιος ο Μπέρναμ, η πρώτη υπουργός Λουίζ Χέι, ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι και ο υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ, προέρχονται από περιοχές που τάχθηκαν υπέρ της εξόδου και είχαν δεσμευτεί να σεβαστούν το αποτέλεσμα.
Οι ενστάσεις διατυπώθηκαν δημοσίως και πριν από την ομιλία. Η αναπληρώτρια ηγέτιδα Λούσι Πάουελ υποστήριξε ότι, παρότι μπορούν να βελτιωθούν οι σχέσεις σε άμυνα και ασφάλεια, μια υπέρβαση του σχεδίου «επανεκκίνησης» που κληρονομήθηκε από τον Κιρ Στάρμερ δεν είναι «ούτε εφικτή ούτε επιθυμητή». Ο υπουργός Εμπορίου Τζόναθαν Ρέινολντς μίλησε για «συνταγματικά ζητήματα» που δημιουργούν αβεβαιότητα στις επιχειρήσεις, ενώ η υπουργός Εσωτερικών Σαμπάνα Μαχμούντ σημείωσε ότι η επανένταξη «δεν είναι μια απλή και ξεκάθαρη υπόθεση» και ότι το κόστος μπορεί να αποδειχθεί μη αποδεκτό.
Η γραμμή που φαίνεται να επιλέγεται είναι προσεκτικά σχεδιασμένη. Αντί να αμφισβητηθεί η επιλογή των ψηφοφόρων του 2016, το βάρος της κριτικής πέφτει σε όσους έδωσαν μεγάλες υποσχέσεις χωρίς να τις υλοποιήσουν. Όπως δήλωσε υπουργός στον Guardian, «το Brexit ξεκάθαρα δεν λειτούργησε και οι υποσχέσεις που δόθηκαν δεν τηρήθηκαν», με την επισήμανση ότι ο Μπέρναμ οφείλει να κινηθεί χωρίς να αναζωπυρώσει τις παλιές διαιρέσεις.
Η έρευνα, εξάλλου, αποκαλύπτει και σαφείς κόκκινες γραμμές. Τέσσερις στους πέντε θέλουν να διατηρηθεί η στερλίνα, ενώ τα επιχειρήματα του Brexit γύρω από τον έλεγχο της μετανάστευσης και την εθνική κυριαρχία εξακολουθούν να έχουν απήχηση. Παράλληλα, περισσότεροι από δύο στους τρεις θεωρούν ότι, αν η χώρα έπρεπε να επιλέξει, το εμπόριο με την ΕΕ είναι σημαντικότερο από εκείνο με τις ΗΠΑ ή την Κίνα, ενώ το 53,4% τάσσεται υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Πάνω από όλα, όμως, πλανάται ένα όνομα. Υπάρχει ανησυχία ότι μια υπόσχεση επαναδιαπραγμάτευσης θα αναζωογονούσε πολιτικά τον Νάιτζελ Φάρατζ, ο οποίος δήλωσε την Πέμπτη ότι ο Μπέρναμ τού έδωσε «τη μεγαλύτερη ώθηση της καριέρας του». Ανώτερα στελέχη της Ντάουνινγκ Στριτ βρίσκονται ήδη σε επαφή με δεξαμενές σκέψης και δημοσκόπους για να μετρήσουν με ακρίβεια τη στήριξη της κοινής γνώμης.
Το γενικό κλίμα, πάντως, αποτυπώνεται σε δύο νούμερα που δύσκολα αμφισβητούνται. Το 52,4% των Βρετανών θεωρεί πλέον ότι η χώρα έκανε λάθος που αποχώρησε, έναντι 29,7% που εμμένει στο αντίθετο. Και το 54,9% χαρακτηρίζει το Brexit αποτυχία, ενώ μόλις 12,2% το θεωρεί επιτυχία.