Εβδομήντα και πλέον χρόνια μετά τη μαύρη νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου 1955, η καταστροφή του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης επιστρέφει στο επίκεντρο μιας σημαντικής διεθνούς συζήτησης.
Η East Mediterranean Business Culture Alliance (EMBCA) διοργανώνει την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα «Πριν και μετά το Πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955: Η καταστροφή της Ελληνικής (Ρωμαίικης) Κοινότητας της Τουρκίας», επιχειρώντας όχι μόνο να φωτίσει τα δραματικά γεγονότα εκείνων των ημερών, αλλά και να εξετάσει τη μακρά πορεία διώξεων που οδήγησε στον σχεδόν ολοκληρωτικό ξεριζωμό της ιστορικής Ρωμιοσύνης από την Πόλη.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 2 μ.μ. EDT / 9 μ.μ. ώρα Αθήνας (EEST), με τον πρόεδρο της EMBCA, Λου Κάτσο, να προλογίζει και να συντονίζει τη συζήτηση.
Στο πάνελ συμμετέχουν διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί και ερευνητές, αλλά και άνθρωποι με προσωπική σχέση με τα γεγονότα. Μεταξύ αυτών ο Δρ Αλέξανδρος Κ. Κύρου, καθηγητής Ιστορίας και διευθυντής του Προγράμματος Ανατολικοευρωπαϊκών και Ρωσικών Σπουδών στο Salem State University, ο Δρ Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, καθηγητής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Διεθνών Οργανισμών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, η Δρ Elizabeth H. Prodromou, καθηγήτρια στο Πρόγραμμα Διεθνών Σπουδών του Boston College, και ο Δρ Johannes Niehoff-Panagiotidis του Freie Universität Berlin.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η παρουσία του Δρ Harry G. Dimopoulos, επιζώντος του Πογκρόμ του 1955, ο οποίος μεταφέρει στη συζήτηση όχι μόνο την ιστορική γνώση αλλά και τη βιωμένη μνήμη μιας κοινότητας που είδε μέσα σε λίγες δεκαετίες την παρουσία αιώνων να συρρικνώνεται δραματικά. Στο πάνελ συμμετέχει επίσης ο Στέλιος Τακετζής, παραγωγός και πρώην εκτελεστικός διευθυντής του «Cosmos FM».
Οι αριθμοί αποτυπώνουν με τον πιο σκληρό τρόπο το μέγεθος της ιστορικής ανατροπής. Την εποχή της Συνθήκης της Λοζάνης το 1923, περίπου 100.000 Έλληνες εξακολουθούσαν να ζουν στην Κωνσταντινούπολη, αποτελώντας περίπου το 12%-15% του πληθυσμού της. Σήμερα, σε μια μητρόπολη σχεδόν 16 εκατομμυρίων ανθρώπων, εκτιμάται ότι έχουν απομείνει μόλις 1.500 έως 2.500 μέλη της ιστορικής Ρωμαίικης Κοινότητας.
Η συρρίκνωση αυτή δεν συντελέστηκε από τη μια ημέρα στην άλλη. Ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς αλληλουχίας διακρίσεων, οικονομικών πιέσεων, δημεύσεων, περιορισμών, βίαιων επιθέσεων και εξαναγκαστικής μετανάστευσης, που σταδιακά έκαναν ολοένα δυσκολότερη την παραμονή των Ελλήνων στην πατρογονική τους γη.
Γι’ αυτό και η συζήτηση της EMBCA δεν περιορίζεται στα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955. Το Πογκρόμ εξετάζεται μέσα στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που περιλαμβάνει τον Φόρο Περιουσίας του 1942 (Varlık Vergisi), τη νομοθεσία που έπληξε τις μειονότητες, τους περιορισμούς στα κοινοτικά και θρησκευτικά ιδρύματα, τις κατασχέσεις περιουσιών και, αργότερα, τις απελάσεις του 1964.
Στο επίκεντρο, φυσικά, παραμένουν οι νύχτες της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955, που έμειναν χαραγμένες στη συλλογική μνήμη του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.
Το πρόσχημα για την έκρηξη της βίας αποτέλεσε η είδηση περί βομβιστικής επίθεσης στο Τουρκικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη, στον χώρο όπου βρίσκεται το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Η είδηση χρησιμοποιήθηκε για να πυροδοτήσει ένα κύμα οργής εναντίον της ελληνικής μειονότητας. Η επίθεση που ακολούθησε δεν περιορίστηκε σε αυθόρμητες πράξεις βίας, αλλά έλαβε τεράστιες και καταστροφικές διαστάσεις, με ελληνικές συνοικίες, επιχειρήσεις και θρησκευτικά ιδρύματα να βρίσκονται στο στόχαστρο.
Οι καταστροφές υπήρξαν συγκλονιστικές. Περίπου 4.214 ελληνικές κατοικίες, 1.004 επιχειρήσεις, 73 εκκλησίες, δύο μοναστήρια και 26 ελληνικά σχολεία υπέστησαν ζημιές ή καταστράφηκαν. Ιεροί χώροι βεβηλώθηκαν, κοιμητήρια λεηλατήθηκαν και περιουσίες οικογενειών που είχαν δημιουργηθεί μέσα σε πολλές γενιές χάθηκαν μέσα σε λίγες ώρες.
Υπήρξαν επίσης ανθρώπινα θύματα. Έλληνες έχασαν τη ζωή τους, μεταξύ αυτών και ορθόδοξοι κληρικοί, ενώ η βία δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στη Ρωμαίικη Κοινότητα, καθώς στο στόχαστρο βρέθηκαν και περιουσίες Αρμενίων και Εβραίων.
Όμως η πραγματική διάσταση του Πογκρόμ δεν αποτυπώνεται μόνο στους αριθμούς των κατεστραμμένων σπιτιών και καταστημάτων. Το βαθύτερο τραύμα ήταν ότι χιλιάδες άνθρωποι συνειδητοποίησαν πως η ίδια τους η παρουσία στην πόλη των προγόνων τους είχε γίνει επισφαλής. Ο φόβος, η ανασφάλεια και η αίσθηση ότι δεν υπήρχε πλέον επαρκής προστασία επιτάχυναν την έξοδο μιας κοινότητας με ιστορία αιώνων.
Η Κωνσταντινούπολη δεν έχασε απλώς χιλιάδες Έλληνες κατοίκους. Έχασε ένα κομμάτι της ιστορικής, κοινωνικής και πολιτιστικής της ταυτότητας. Εκκλησίες, σχολεία, κοινότητες, εμπορικές επιχειρήσεις, οικογένειες και παραδόσεις που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ζωής της Πόλης άρχισαν να σβήνουν ή να συρρικνώνονται.
Ιδιαίτερη θέση στη διαδικτυακή συζήτηση θα έχει και η Συνθήκη της Λοζάνης, η οποία προέβλεπε συγκεκριμένες εγγυήσεις για την προστασία των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων. Οι ομιλητές θα εξετάσουν πώς αυτές οι εγγυήσεις εφαρμόστηκαν στην πράξη και πώς, μέσα στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η πραγματικότητα για τη Ρωμαίικη Κοινότητα απομακρύνθηκε δραματικά από το πνεύμα των προβλεπόμενων προστατευτικών διατάξεων.
Η εκδήλωση, ωστόσο, δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει μόνο μια αναδρομή σε μια από τις σκοτεινότερες σελίδες της ιστορίας του Ελληνισμού της Πόλης. Η συζήτηση επεκτείνεται σε ζητήματα ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων, θρησκευτικής ελευθερίας, προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, Διεθνούς Δικαίου, ιστορικής μνήμης, αποκατάστασης και δικαιοσύνης.
Γιατί το Πογκρόμ του 1955 δεν αφορά αποκλειστικά το παρελθόν. Αποτελεί και μια διαρκή υπενθύμιση του τι μπορεί να συμβεί όταν η στοχοποίηση μιας μειονότητας, ο εθνικισμός, η παραπληροφόρηση και η ανοχή απέναντι στη βία αποκτούν χώρο μέσα σε μια κοινωνία.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα της εκδήλωσης: ότι η ιστορική μνήμη δεν είναι πράξη εκδίκησης, αλλά υποχρέωση απέναντι στην αλήθεια. Η Ρωμιοσύνη της Κωνσταντινούπολης μπορεί σήμερα να αριθμεί μόνο λίγες χιλιάδες ανθρώπους, όμως η ιστορία της, η πολιτιστική της κληρονομιά και η παρουσία της επί αιώνες στην Πόλη δεν μπορούν να διαγραφούν.
Η 6η και η 7η Σεπτεμβρίου 1955 παραμένουν μια ανοιχτή πληγή της Ρωμιοσύνης και ένα ιστορικό γεγονός που δεν επιτρέπεται να παραδοθεί στη λήθη.