Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε κατηγορηματικά τις αναφορές που φέρουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να αντιμετωπίζουν έλλειψη πυρομαχικών εξαιτίας της σύγκρουσης με το Ιράν, διαβεβαιώνοντας πως η χώρα του διαθέτει τα μεγαλύτερα στρατιωτικά αποθέματα παγκοσμίως. Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός ηγέτης επέλεξε να κλιμακώσει την πολεμική ρητορική του απέναντι στην Τεχεράνη, δημοσιοποιώντας εικόνες τεχνητής νοημοσύνης που απεικονίζουν αμερικανικά αεροπορικά πλήγματα κατά πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και ιρανικών πολεμικών πλοίων.
Η ένταση στη δημόσια αντιπαράθεση καταγράφεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία, καθώς οι ΗΠΑ απέσχον για δεύτερη διαδοχική νύχτα από αεροπορικές επιδρομές στο ιρανικό έδαφος. Από την πλευρά της, η Τεχεράνη διαμήνυσε ότι θα αναστείλει τις δικές της επιθέσεις όσο διαρκεί η αμερικανική παύση, αν και τόσο η Ουάσινγκτον όσο και το Ισραήλ προειδοποιούν πως παραμένουν σε πλήρη ετοιμότητα για την άμεση επανέναρξη των επιχειρήσεων. Μιλώντας στη «Wall Street Journal», ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν πολύ περισσότερα πυρομαχικά από όσα χρειάζονται, διαψεύδοντας τα δημοσιεύματα που ήθελαν ανώτατους Αμερικανούς αξιωματούχους να εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για την εξάντληση των αντιαεροπορικών πυραύλων και των αναχαιτιστικών συστημάτων.
Στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος προχώρησε σε μια σειρά από απειλητικές αναρτήσεις που στόχευαν απευθείας τις ενεργειακές και ναυτικές υποδομές του Ιράν. Μεταξύ αυτών ξεχώρισε μια εικόνα παραγόμενη από AI που απεικόνιζε πολεμικά αεροσκάφη να βομβαρδίζουν εγκαταστάσεις στο νησί Χαργκ, τον σημαντικότερο κόμβο εξαγωγής ιρανικού πετρελαίου, με τη λεζάντα «Επίθεση στο Χαργκ». Σε επόμενες αναρτήσεις υπό τον τίτλο «Τώρα είναι δικό μας το πετρελαιοφόρο», ο Τραμπ απεικονιζόταν να κρατά την αμερικανική σημαία πάνω σε ιρανικό τάνκερ, ενώ άλλες εικόνες έδειχναν την ανατίναξη πολεμικών σκαφών υπό τη φράση «Τέρμα οι μηχανές».
Παρά τις εμπρηστικές αναρτήσεις, ανώτερη ιρανική πηγή δήλωσε στο Reuters πως η χώρα του εμμένει στην αρχή «επίθεση για επίθεση», ξεκαθαρίζοντας ότι η Τεχεράνη θα διατηρήσει την παύση των επιχειρήσεων εφόσον δεν δεχθεί νέα πλήγματα. Ωστόσο, η ίδια πηγή υπογράμμισε ότι στο Ιράν επικρατεί σκεπτικισμός, θεωρώντας την αμερικανική στάση ως τακτικό ελιγμό και όχι ως πραγματική διάθεση ειρήνευσης. Η προσωρινή αυτή αποκλιμάκωση ήρθε έπειτα από 13 διαδοχικές νύχτες βομβαρδισμών γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Καθοριστικό ρόλο στην απόφαση για πάγωμα των επιθέσεων φαίνεται πως διαδραμάτισε η εισήγηση του επικεφαλής της CENTCOM, ναυάρχου Μπραντ Κούπερ, ο οποίος ενημέρωσε το Πεντάγωνο και τον Λευκό Οίκο ότι οι περισσότεροι επιλεγμένοι στόχοι είχαν ήδη πληγεί καίρια και ότι η συνέχιση της εκστρατείας θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα.
Παράλληλα, δημοσιεύματα των «New York Times» και του CNN αποκάλυψαν ότι ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο στρατηγός Νταν Κέιν εξέφρασαν επιφυλάξεις για πιθανή διεύρυνση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, φοβούμενοι μείωση των αποθεμάτων, διαταραχή των σχέσεων με τους συμμάχους στον Κόλπο και παγκόσμια οικονομική αναταραχή. Στο παρασκήνιο, οι απεσταλμένοι Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με την ιρανική πλευρά, διαμορφώνοντας μια άτυπη κατανόηση «ηρεμία έναντι ηρεμίας», την ώρα που ο Αμερικανός πρεσβευτής στον ΟΗΕ Μάικ Γουόλτς υπογράμμιζε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν «οπλισμένες και έτοιμες». Την ίδια στιγμή, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου διαμήνυσε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν πρέπει να τερματιστεί «με συμφωνία ή χωρίς συμφωνία», προειδοποιώντας για συντριπτική απάντηση σε περίπτωση νέων επιθέσεων.
Η παρούσα κρίση αποτελεί τη συνέχεια των κοινών στρατιωτικών επιχειρήσεων ΗΠΑ και Ισραήλ που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου κατά των πυρηνικών και βαλλιστικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης. Ακολούθησε ιρανική απάντηση με πυραύλους, drones και αποκλεισμό του πετρελαϊκού εμπορίου στα Στενά του Ορμούζ, μέχρι τη σύναψη εκεχειρίας τον Απρίλιο και την έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών, στις οποίες το Ισραήλ δεν συμμετείχε. Η πρόσφατη επανέναρξη των αμερικανικών επιδρομών ως απάντηση στην παρεμπόδιση της διεθνούς ναυσιπλοΐας αποδεικνύει πόσο εύθραυστη παραμένει η κατάσταση στην περιοχή, καθώς η διπλωματία και η στρατιωτική ισχύς βαδίζουν σε μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία.