Υπάρχουν πολιτικές αποφάσεις που μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει σωστές ή λανθασμένες. Υπάρχουν όμως και αποφάσεις που λειτουργούν ως καθρέφτης της μετάλλαξης μιας ολόκληρης πολιτικής παράταξης.
Η ψήφιση του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν ακριβώς μια τέτοια στιγμή.
Όταν το νομοσχέδιο περνούσε από την ελληνική Βουλή, μέσα σε έντονες αντιδράσεις της Εκκλησίας και σημαντικού τμήματος της παραδοσιακής κεντροδεξιάς βάσης, το Μέγαρο Μαξίμου πανηγύριζε μια μεταρρύθμιση την οποία θεωρούσε εμβληματική.
Και δικαίωμά του.
Όπως δικαίωμα όσων υποστήριξαν τη μεταρρύθμιση είναι να θεωρούν ότι επρόκειτο για ένα σημαντικό βήμα ισότητας και δικαιωμάτων.
Αλλά δικαίωμα έχουν και οι πολίτες να θυμούνται.
Και κυρίως να συγκρίνουν λόγια, πράξεις, ψήφους και πολιτικές μεταμορφώσεις.
Γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν περιορίστηκε σε μια συμβολική αλλαγή της ονομασίας μιας σχέσης. Η μεταρρύθμιση συνδέθηκε και με σημαντικές αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο και στα δικαιώματα γονεϊκότητας των ομόφυλων παντρεμένων ζευγαριών.
Άρα ας μην κρυβόμαστε πίσω από τις λέξεις.
Δεν επρόκειτο απλώς για έναν γάμο.
Επρόκειτο για μια βαθύτερη θεσμική και κοινωνική επιλογή, η οποία άγγιζε τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται πλέον τον γάμο, την οικογένεια και τη γονεϊκότητα.
Και ακριβώς γι’ αυτό προκάλεσε τόσο μεγάλη σύγκρουση.
Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται και αλλού.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι περίπου αυτός είναι ο μονόδρομος της σύγχρονης Ευρώπης. Ότι έτσι κινείται η Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι κινούνται τα «προηγμένα κράτη» και ότι όποιος έχει διαφορετική άποψη περίπου έχει χάσει το τρένο της Ιστορίας.
Μόνο που οι ίδιοι οι αριθμοί χαλούν αυτή τη βολική αφήγηση.
Σήμερα 16 από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν θεσπίσει γάμο μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου.
Αυτό σημαίνει ότι 11 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν τον έχουν θεσπίσει.
Ανάμεσά τους βρίσκονται η Ιταλία, η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Κροατία, η Κύπρος, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Λετονία και η Λιθουανία.
Και υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που αξίζει να γνωρίζει ο ελληνικός λαός.
Σε επτά κράτη-μέλη, τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Ουγγαρία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Σλοβακία, υπάρχουν συνταγματικές διατάξεις που αποκλείουν τον γάμο μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου.
Επομένως, ας τελειώσει τουλάχιστον ο μύθος του «ευρωπαϊκού μονόδρομου».
Η Ελλάδα δεν ήταν υποχρεωμένη από την Ευρωπαϊκή Ένωση να θεσπίσει γάμο ομόφυλων ζευγαριών.
Ήταν πολιτική επιλογή.
Ήταν κυβερνητική επιλογή.
Ήταν επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που τη στήριξε.
Και κάθε πολιτική ηγεσία οφείλει να έχει το θάρρος να αναλαμβάνει την ευθύνη των επιλογών της, αντί να τις εμφανίζει ως περίπου αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας αόριστης «ευρωπαϊκής προόδου».
Αυτό όμως που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση είναι η πολιτική συμπεριφορά που ακολούθησε.
Γιατί πολλοί από εκείνους που υπερψήφισαν τη συγκεκριμένη αλλαγή εμφανίζονται σήμερα στις εκλογικές τους περιφέρειες ως θεματοφύλακες της παράδοσης, της οικογένειας και της Ορθοδοξίας.
Και κάπου εδώ αρχίζει η πραγματική πολιτική κωμωδία.
Τους βλέπουμε παντού.
Σε λειτουργίες. Σε λιτανείες. Σε πανηγύρεις. Σε εορτές πολιούχων. Στις πρώτες θέσεις των ναών.
Δίπλα στους Μητροπολίτες.
Δίπλα στους ιερείς.
Μπροστά στις εικόνες.
Και, κατά μια εκπληκτική σύμπτωση, σχεδόν πάντοτε σε απόσταση ασφαλούς λήψης από τον φωτογραφικό φακό.
Γιατί φαίνεται πως στις ημέρες μας δεν αρκεί να παρευρεθεί ένας πολιτικός σε μια θρησκευτική τελετή.
Πρέπει να φωτογραφηθεί ότι παρευρέθηκε.
Πρέπει να ανέβει η φωτογραφία.
Πρέπει να υπάρξει η ανάρτηση για «την πίστη μας», «την παράδοσή μας», «τις αξίες μας» και «τις ρίζες μας».
Και κάπου εκεί ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει.
Ποιες ακριβώς αξίες;
Γιατί κανείς δεν μπορεί ούτε πρέπει να εξετάζει την προσωπική πίστη οποιουδήποτε πολιτικού. Η πίστη είναι υπόθεση συνείδησης και κανένας άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει ποιος είναι και ποιος δεν είναι καλός χριστιανός.
Η πολιτική συνέπεια, όμως, είναι δημόσια υπόθεση.
Και αυτή κρίνεται.
Αυστηρά.
Όταν χρησιμοποιείς συστηματικά την Εκκλησία, τις θρησκευτικές εορτές και την παράδοση ως μέρος της δημόσιας πολιτικής σου εικόνας, δεν μπορείς να ενοχλείσαι επειδή ο ψηφοφόρος θυμάται τι ψήφισες στη Βουλή.
Δεν μπορείς να θέλεις τη φωτογραφία με τον ιερέα αλλά όχι την κριτική του ποιμνίου.
Δεν μπορείς να ζητάς την ψήφο του παραδοσιακού κόσμου και ύστερα να αντιμετωπίζεις τις αξιακές του αντιρρήσεις ως ξεπερασμένες.
Δεν μπορείς να θυμάσαι την Ορθοδοξία όταν υπάρχει πανήγυρη, λιτανεία και φωτογραφική μηχανή και να θεωρείς την αντίδραση της Εκκλησίας ενοχλητική όταν έρχεται η ώρα των πολιτικών αποφάσεων.
Και κυρίως δεν μπορείς να αντιμετωπίζεις την Εκκλησία ως ένα βολικό σκηνικό πολιτικής προβολής κάθε φορά που πλησιάζει η κάλπη.
Γιατί υπάρχει πράγματι μια εικόνα από εκείνη την κοινοβουλευτική βραδιά που αξίζει περισσότερο από πολλές σελίδες πολιτικής ανάλυσης.
Τα θεωρεία της Βουλής.
Οι προσκεκλημένοι.
Τα χαμόγελα.
Οι πανηγυρισμοί.
Η αίσθηση μιας ιστορικής νίκης για όσους υποστήριζαν τη μεταρρύθμιση.
Και κανένα πρόβλημα.
Όσοι πίστευαν πραγματικά σε αυτή την αλλαγή είχαν κάθε δικαίωμα να την ψηφίσουν, να την υποστηρίξουν και να τη γιορτάσουν.
Αλλά τότε υπάρχει μία απλή απαίτηση.
Να την υπερασπιστούν με την ίδια καθαρότητα και μπροστά στους ψηφοφόρους τους.
Όχι δύο πολιτικά πρόσωπα.
Ένα στην Αθήνα και άλλο στο χωριό.
Ένα στη Βουλή και άλλο στην εκκλησία.
Ένα όταν ψηφίζεται ο νόμος και άλλο όταν αρχίζουν οι λιτανείες και τα καλοκαιρινά πανηγύρια.
Γιατί αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που δημιουργείται.
Μια πολιτική που θέλει να εμφανίζεται προοδευτική στην Αθήνα, παραδοσιακή στην επαρχία, φιλελεύθερη στις Βρυξέλλες και βαθιά θρησκευόμενη στην πρώτη σειρά της λιτανείας.
Όλα όμως δεν γίνονται ταυτόχρονα.
Κάποια στιγμή πρέπει να εξηγήσεις στον ψηφοφόρο ποιος πραγματικά είσαι, τι πιστεύεις και κυρίως τι πολιτική εκπροσωπείς.
Και αυτό αφορά πρωτίστως τη σημερινή Νέα Δημοκρατία.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν η παράταξη έχει δικαίωμα να αλλάξει.
Φυσικά και έχει.
Το ερώτημα είναι εάν έχει το πολιτικό θάρρος να παραδεχθεί ότι άλλαξε.
Ότι απομακρύνθηκε σε κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα από ένα σημαντικό κομμάτι της παραδοσιακής συντηρητικής της βάσης.
Ότι η σημερινή ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι σε όλα η Νέα Δημοκρατία που γνώριζαν και ψήφιζαν επί δεκαετίες πολλοί από τους σημερινούς ψηφοφόρους της.
Αν αυτή είναι η νέα της πολιτική ταυτότητα, ας την υπερασπιστεί.
Καθαρά.
Χωρίς μεταμφιέσεις.
Χωρίς επικοινωνιακά παιχνίδια.
Χωρίς εκκλησιαστικό ντεκόρ για την αποκατάσταση των σχέσεων με ένα παραδοσιακό ακροατήριο που αισθάνθηκε ότι αγνοήθηκε.
Γιατί τελικά οι πολιτικές επιλογές έχουν κόστος.
Και σε μια Δημοκρατία υπάρχει ένας τόπος όπου αυτό το κόστος μετριέται χωρίς επικοινωνιακά φίλτρα.
Η κάλπη.
Εκεί δεν υπάρχουν θεωρεία.
Δεν υπάρχουν φωτογράφοι.
Δεν υπάρχουν πρώτες θέσεις.
Δεν υπάρχουν λιτανείες για τις κάμερες.
Δεν υπάρχουν επικοινωνιακά επιτελεία που μπορούν να διορθώσουν την εικόνα.
Υπάρχει μόνο ο πολίτης, η μνήμη του και η ψήφος του.
Και τότε θα φανεί εάν η παραδοσιακή βάση της Νέας Δημοκρατίας θεωρεί ότι η παράταξη εξελίχθηκε ή αν πιστεύει ότι μεταλλάχθηκε σε κάτι που πλέον δυσκολεύεται να αναγνωρίσει.
Λίγη υπομονή λοιπόν.
Οι εκλογές θα έρθουν.
Και τότε θα αποδειχθεί κάτι που καμία επικοινωνιακή στρατηγική δεν μπορεί να αλλάξει.
Η κάλπη έχει πολύ καλύτερη μνήμη από το Μέγαρο Μαξίμου.
ΜΑΞΙΜΟΣ Θ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ