Είσαι πολίτης. Πηγαίνεις στο γήπεδο με τα παιδιά σου ή με φίλους. Δεν προλαβαίνεις να διαβάσεις όλα τα πανό, δεν καταλαβαίνεις κάθε σύνθημα. Ξαφνικά όμως το βλέμμα σου παγώνει. Ένα πανό που δεν μιλά για ομάδα, για πάθος, για νίκη. Μιλά για έναν δολοφόνο. Μιλά για εκείνον που με φωτοβολίδα προκάλεσε τον βαρύτατο τραυματισμό που οδήγησε στον θάνατο τον Αρχιφύλακα της ΕΛ.ΑΣ. Γιώργο Λυγγερίδη. Και τότε δεν είσαι πια απλώς θεατής. Είσαι γονέας, αδελφή, συνάδελφος. Και νιώθεις οργή, αηδία, ντροπή.
Πώς γίνεται ένα γήπεδο να μετατρέπεται σε βήμα εξωραϊσμού ενός ανθρώπου που αφαίρεσε ζωή; Πώς γίνεται να υψώνεται πανό που ουσιαστικά στηρίζει ή ηρωοποιεί έναν δράστη; Αυτό δεν είναι οπαδισμός. Δεν είναι «υπερβολή της κερκίδας». Είναι ηθική εκτροπή.
Για χρόνια μιλάμε για «γνωστούς αγνώστους». Για «μεμονωμένα περιστατικά». Για «τυφλή οπαδική βία». Και κάθε φορά που η τραγωδία χτυπά, ανακαλύπτουμε ξανά ότι το πρόβλημα υπάρχει. Όμως όταν κλείνουν οι πόρτες του γηπέδου και οι ευθύνες προσωποποιούνται, όταν δεν μπορείς πια να κρυφτείς πίσω από την ανωνυμία του όχλου, τότε αποκαλύπτεται η αλήθεια. Η βία στα γήπεδα δεν είναι ατύχημα. Είναι κουλτούρα ανοχής.
Η στήριξη σε δολοφόνο αστυνομικού εν ώρα υπηρεσίας δεν είναι «αντισυστημική πράξη». Είναι προσβολή στη μνήμη ενός νεκρού. Είναι προσβολή στην οικογένειά του. Είναι προσβολή στην ίδια την κοινωνία που θέλει να ζει σε κράτος δικαίου. Όποια κι αν είναι η άποψή σου για την Αστυνομία, για την πολιτεία, για το σύστημα, υπάρχει μια κόκκινη γραμμή: η ανθρώπινη ζωή.
Το γήπεδο πρέπει να είναι χώρος αθλητισμού, πάθους, εκτόνωσης. Όχι χώρος πολιτικής ή ποινικής νομιμοποίησης της βίας. Όταν τα παιδιά μας βλέπουν τέτοια πανό, τι μήνυμα λαμβάνουν; Ότι ο φόνος μπορεί να γίνει σύνθημα; Ότι η βία μπορεί να γίνει ταυτότητα; Ότι ο χουλιγκανισμός μπορεί να ντυθεί με τα χρώματα μιας ομάδας;
Αν δεν το πούμε καθαρά, θα το πληρώσουμε ξανά. Δεν μπορείς να δηλώνεις ότι «θέλεις να τελειώσει η βία» και την ίδια στιγμή να ανέχεσαι την ηρωοποίησή της. Δεν μπορείς να μιλάς για κάθαρση και να κλείνεις τα μάτια σε τέτοια φαινόμενα. Η ανοχή είναι συνενοχή.
Η κοινωνία οφείλει να διαλέξει. Ή θα υπερασπιστεί ξεκάθαρα τη μνήμη του νεκρού και την αξία της ζωής ή θα αφήσει τα γήπεδα να γίνουν εργαστήρια ανατροφής εγκληματιών. Δεν υπάρχουν «ναι μεν αλλά» όταν μιλάμε για δολοφονία. Δεν υπάρχει ιδεολογικό άλλοθι.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν «σοκαριζόμαστε». Το ερώτημα είναι αν θα επιτρέψουμε να κανονικοποιηθεί η ντροπή. Γιατί αν κανονικοποιηθεί, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για βία στα γήπεδα. Θα μιλάμε για διάβρωση της ίδιας της κοινωνικής μας συνείδησης.
G. ANTON