Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μίλησε ξανά με το γνώριμο ύφος της αυτάρκειας και της ηθικής ανωτερότητας. Κατήγγειλε τις επιθέσεις των Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και του Ισραήλ κατά του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν ως «σαφή παραβίαση» του Διεθνούς Δικαίου. Μίλησε για πόνο, για εκεχειρία, για ειρήνη. Όμως πίσω από τις λέξεις δεν κρύβεται ουδετερότητα. Κρύβεται υπεροψία. Και πίσω από την υπεροψία, μια σταθερή, διαχρονική εχθρική στάση προς τη Δύση.
Ο Ερντογάν δεν τοποθετείται απλώς διπλωματικά. Επιτίθεται πολιτικά. Επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο αυθεντικός εκφραστής ενός ισλαμικού άξονα που αντιστέκεται στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ. Θέλει να καταγραφεί στην ιστορία ως εκείνος που «τόλμησε» να υψώσει φωνή απέναντι στην Ουάσιγκτον και την Ιερουσαλήμ. Όμως η διεθνής πολιτική δεν είναι θεατρική σκηνή. Είναι πεδίο ισχύος.
Το ερώτημα όμως είναι απλό και αμείλικτο: ποιος μιλά για Διεθνές Δίκαιο; Ο ηγέτης που έχει εισβάλει στρατιωτικά σε γειτονικές χώρες; Ο πρόεδρος που διατηρεί στρατεύματα σε ξένο έδαφος; Που απειλεί ανοιχτά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Που εργαλειοποιεί μεταναστευτικές ροές; Που έχει μετατρέψει τη ρητορική περί «Γαλάζιας Πατρίδας» σε μόνιμη απειλή κατά της ελληνικής κυριαρχίας;
Η υποκρισία έχει και όρια. Και εδώ ξεπερνιούνται. Γιατί έκανε το τραγικό λάθος να στραφεί εναντίον του Ισραήλ και της Αμερικής!
Ας τεθεί, λοιπόν, το ερώτημα καθαρά: Πιστεύει πραγματικά ότι ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα τον αφήσουν επ’ αόριστον να επιτίθεται ρητορικά στη Δύση, να υπονομεύει τη συνοχή του ΝΑΤΟ και να φλερτάρει με καθεστώτα που βρίσκονται σε ανοιχτή σύγκρουση με τις ΗΠΑ; Νομίζει ότι μπορεί να πατά ταυτόχρονα σε δύο βάρκες, να απαιτεί αμερικανικά οπλικά συστήματα και ταυτόχρονα να υιοθετεί ρητορική σχεδόν εχθρική απέναντι στην Ουάσιγκτον;
Η αλαζονεία έχει ημερομηνία λήξης.
Η Τουρκία του Ερντογάν επιχείρησε επί χρόνια να ισορροπήσει ανάμεσα στη Δύση και σε ένα αναθεωρητικό μπλοκ της Μέσης Ανατολής. Φλέρταρε με τη Μόσχα, άφησε ανοικτούς διαύλους με την Τεχεράνη, φιλοξένησε πρόσωπα που η Δύση θεωρεί απειλή. Παράλληλα, διατήρησε τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ, επιδιώκοντας να αποκομίζει τα οφέλη χωρίς να πληρώνει το πολιτικό κόστος. Αυτό το διπλό παιχνίδι όμως δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον.
Όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ βρίσκονται σε ανοιχτή αναμέτρηση με τους μουλάδες της Τεχεράνης και επιχειρούν να εξουδετερώσουν την επιρροή οργανώσεων όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Χούθι, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα συμβεί στο Ιράν. Το ερώτημα είναι ποιοι στέκονται απέναντι και ποιοι στέκονται δίπλα. Και ο Ερντογάν, με τη ρητορική του, επιλέγει να στέκεται απέναντι.
Μπορεί να πιστεύει ότι η γεωγραφική θέση της Τουρκίας του προσφέρει ασυλία. Μπορεί να θεωρεί ότι κανείς δεν θα ρισκάρει ρήξη με μια χώρα-κλειδί για τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και το ΝΑΤΟ. Όμως η Ιστορία έχει δείξει ότι όταν οι μεγάλες δυνάμεις κρίνουν πως κάποιος σύμμαχος μετατρέπεται σε απρόβλεπτο παράγοντα, η ανοχή εξαντλείται.
Δεν είναι μόνο θέμα ρητορικής. Είναι θέμα στρατηγικής εμπιστοσύνης. Και η εμπιστοσύνη φθείρεται όταν ένας ηγέτης εμφανίζεται να νομιμοποιεί πολιτικά ένα καθεστώς που βρίσκεται σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, την ίδια ώρα που η χώρα του παραμένει θεσμικά ενταγμένη στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Η υπεροψία του Ερντογάν στηρίζεται στην πεποίθηση ότι όλοι τον χρειάζονται περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται εκείνος τους άλλους. Όμως αν η υπόθεση του Ιράν κλείσει με όρους που ενισχύσουν τον αμερικανοϊσραηλινό άξονα, αν οι τρομοκρατικές οργανώσεις αποδυναμωθούν ουσιαστικά, τότε το γεωπολιτικό τοπίο θα αλλάξει. Και τότε η Άγκυρα δεν θα μπορεί να παριστάνει τον «επιτήδειο ουδέτερο» ούτε τον αυτόκλητο υπερασπιστή κάθε αντιδυτικής αφήγησης.
Θα συνεχίσει, λοιπόν, ο Τούρκος πρόεδρος να προκαλεί, θεωρώντας ότι η ανοχή είναι αδυναμία; Ή θα διαπιστώσει ότι η ισχύς της Δύσης δεν εξαντλείται σε δηλώσεις; Διότι στην παγκόσμια σκακιέρα, η ρητορική μπορεί να κερδίζει εντυπώσεις. Αλλά η ισχύς είναι εκείνη που τελικά καθορίζει τα όρια.
Και τα όρια, αργά ή γρήγορα, τίθενται.
GEORGE ANTON.