Υπάρχει κάτι βαθύτερα θλιβερό —και ταυτόχρονα πολιτικά κωμικό— στο θέαμα ορισμένων ανθρώπων της εξουσίας που αλλάζουν πρόσωπο, λεξιλόγιο και πολιτική ευαισθησία ανάλογα με το ακροατήριο που βρίσκεται απέναντί τους.
Πριν από έναν χρόνο περίπου, τους βλέπαμε να περνούν την πόρτα των κεντρικών γραφείων της Νέας Δημοκρατίας στην Πειραιώς για τις περιβόητες ενημερωτικές συναντήσεις σχετικά με το νομοσχέδιο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.
Δεν ήταν μια οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία. Ήταν μια επιλογή που προκάλεσε βαθύ ρήγμα με ένα σημαντικό τμήμα της παραδοσιακής βάσης της ΝΔ, έφερε την κυβέρνηση σε ανοιχτή αντιπαράθεση με την Εκκλησία και ανάγκασε πολλούς βουλευτές να τοποθετηθούν απέναντι σε ένα ζήτημα που άγγιζε πεποιθήσεις, συνειδήσεις και αξίες.
Και τότε συνέβη κάτι αποκαλυπτικό.
Οι κατά τα άλλα υπερδραστήριοι στα κοινωνικά δίκτυα βουλευτές δεν έμοιαζαν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι.
Πού ήταν τα TikTok;
Πού ήταν τα reels με τα αστειάκια;
Πού ήταν οι χαμογελαστές selfies;
Πού ήταν τα χαριτωμένα βιντεάκια με τα bubbles να σκάνε στην οθόνη;
Πού ήταν εκείνη η ακατανίκητη ανάγκη να μοιραστούν κάθε λεπτό της πολιτικής τους δραστηριότητας με τον λαό;
Ξαφνικά, οι influencers της πολιτικής ανακάλυψαν τη διακριτικότητα.
Και υπήρχε λόγος.
Γιατί γνώριζαν πολύ καλά ότι ένα σημαντικό κομμάτι των ανθρώπων που τους έστειλε στη Βουλή δεν συμφωνούσε μαζί τους.
Ήξεραν ότι πίσω στις εκλογικές τους περιφέρειες υπήρχαν άνθρωποι που επί δεκαετίες ψήφιζαν Νέα Δημοκρατία έχοντας μια συγκεκριμένη αντίληψη για την πολιτική και κοινωνική φυσιογνωμία της παράταξης. Άνθρωποι συντηρητικοί, άνθρωποι της Εκκλησίας, οικογενειάρχες, ψηφοφόροι που συνέδεαν ιστορικά τη Δεξιά με ένα τρίπτυχο που —είτε αρέσει είτε όχι— σημάδεψε για δεκαετίες ένα μέρος της ελληνικής συντηρητικής παράδοσης:
Πατρίδα – Θρησκεία – Οικογένεια.
Η Ελλάδα φυσικά αλλάζει, η κοινωνία εξελίσσεται και κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να συμφωνεί ή να διαφωνεί με αυτές τις αντιλήψεις. Αλλά εκείνο που δεν μπορεί να ζητά κανείς από τον ψηφοφόρο είναι να ξεχάσει τι του έλεγες χθες επειδή σήμερα άλλαξε η κομματική γραμμή.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.
Δεν είναι ότι κάποιοι βουλευτές άλλαξαν άποψη. Οι άνθρωποι δικαιούνται να αλλάζουν απόψεις.
Το πρόβλημα είναι να αλλάζεις πολιτική ταυτότητα όταν το απαιτεί η εξουσία και μετά να επιστρέφεις στην εκλογική σου περιφέρεια παριστάνοντας ότι τίποτε δεν συνέβη.
Να ψηφίζεις στη Βουλή σύμφωνα με τη νέα ιδεολογική φυσιογνωμία του κόμματος και, λίγους μήνες αργότερα, να εμφανίζεσαι στην πρώτη σειρά μιας λιτανείας για να φωτογραφηθείς δίπλα στον Μητροπολίτη.
Να σπεύδεις στην πανήγυρη του χωριού.
Να διεκδικείς την πρώτη θέση στον ναό.
Να περιμένεις να σε αναγγείλει ο παρουσιαστής.
Να ανταλλάσσεις χειραψίες με ιερείς.
Να προσκυνάς την εικόνα μπροστά στις κάμερες.
Και, φυσικά, να υπάρχει φωτογράφος.
Γιατί χωρίς φωτογραφία, πώς ακριβώς θα μάθει η εκλογική περιφέρεια ότι εκκλησιάστηκες;
Αυτή είναι ίσως η πιο κωμικοτραγική πλευρά της σύγχρονης πολιτικής επικοινωνίας.
Η πίστη γίνεται content.
Η λιτανεία γίνεται φωτογραφικό σκηνικό.
Η πανήγυρη γίνεται προεκλογικό περίπτερο.
Ο ναός γίνεται χώρος πολιτικής δικτύωσης.
Και η πρώτη σειρά μετατρέπεται σε ένα ιδιότυπο VIP lounge της τοπικής πολιτικής ζωής.
Βλέπεις το καλοκαίρι τις ίδιες εικόνες σε ολόκληρη την Ελλάδα. Βουλευτές, υπουργούς, πολιτευτές, περιφερειάρχες και δημάρχους να συνωστίζονται στις πρώτες θέσεις. Μερικοί εμφανίζονται τόσο συστηματικά στις μεγάλες θρησκευτικές εκδηλώσεις ώστε θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι πέρασαν ολόκληρο το καλοκαίρι ακολουθώντας το εκκλησιαστικό ημερολόγιο…
Τους είδαμε να…σηκώνουν εικόνες! Λίγο έλειψε να ντυθούν “παπαδάκια” για να πάρουν τα…θυμιατά, τις λαμπάδες και τα…εξαπτέρυγα!
Όταν χρησιμοποιείς συστηματικά τη θρησκευτική παράδοση ως σκηνικό δημόσιας προβολής, δεν μπορείς ταυτόχρονα να απαιτείς από τους πολίτες να μην εξετάζουν τη συνέπεια ανάμεσα στην εικόνα που προβάλλεις και στις πολιτικές επιλογές που κάνεις.
Δεν γίνεται να θέλεις τον παραδοσιακό ψηφοφόρο μόνο την Κυριακή της πανηγύρεως.
Δεν γίνεται να θυμάσαι την Εκκλησία όταν υπάρχει λιτανεία και να την αντιμετωπίζεις σαν ενοχλητικό κατάλοιπο όταν διαφωνεί με μια κυβερνητική επιλογή.
Δεν γίνεται να θέλεις την ψήφο του συντηρητικού χωρίς τις αξίες του, τη φωτογραφία με τον ιερέα χωρίς να ακούς τις αντιρρήσεις του και την πρώτη θέση στον ναό χωρίς το πολιτικό κόστος της συνέπειας.
Αυτό δεν είναι πολιτική σύνθεση.
Είναι εκλογικός οπορτουνισμός.
Και το ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι για ορισμένους η κομματική πειθαρχία φαίνεται να αποκτά σχεδόν υπαρξιακό χαρακτήρα.
Όταν η ηγεσία αποφασίσει κάτι, ξαφνικά ανακαλύπτονται επιχειρήματα που μέχρι χθες δεν υπήρχαν. Αλλάζει το λεξιλόγιο. Αλλάζουν οι προτεραιότητες. Αλλάζουν ακόμη και οι «διαχρονικές» πεποιθήσεις.
Η ιδεολογία γίνεται πλαστελίνη.
Αρκεί να παραμένει ακλόνητη μία μόνο αξία:
η καρέκλα.
Γιατί εκεί αρχίζει η πραγματική κωμωδία.
Πόσοι είναι διατεθειμένοι να συγκρουστούν πραγματικά με την ηγεσία τους όταν γνωρίζουν ότι στο επόμενο ανασχηματισμό μπορεί να ανοίξει μια θέση;
Πόσοι θα ρισκάρουν μια υπουργοποίηση;
Πόσοι θα πουν ένα καθαρό «όχι», όταν ξέρουν ότι μπορεί να χάσουν την εύνοια του Μαξίμου;
Πόσοι θα προτιμήσουν την πολιτική τους συνείδηση από τη φωτογραφία δίπλα στον πρωθυπουργό;
Εκεί χωρίζουν οι πολιτικοί από τους αυλικούς.
Ο πολιτικός έχει άποψη ακόμη και όταν αυτή ενοχλεί.
Ο αυλικός διαθέτει άποψη μέχρι να χτυπήσει το τηλέφωνο.
Ο πολιτικός γνωρίζει ότι κάποτε θα φύγει από την εξουσία.
Ο αυλικός συμπεριφέρεται σαν να μην υπάρχει ζωή έξω από αυτήν.
Ο πολιτικός μπορεί να πει στον αρχηγό του «κάνεις λάθος».
Ο αυλικός αναρωτιέται πρώτα τι θέλει να ακούσει ο αρχηγός και μετά διαμορφώνει την άποψή του.
Και κάπως έτσι καταλήγουμε στο πραγματικά σοβαρό ζήτημα.
Δεν αφορά μόνο τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Ο καθένας δικαιούται να έχει τη δική του θέση γι’ αυτόν.
Αφορά το ερώτημα αν οι βουλευτές εξακολουθούν να εκπροσωπούν ανθρώπους και ιδέες ή αν έχουν μετατραπεί σε μηχανισμό επικύρωσης των αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας.
Γιατί θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε την ίδια κινητοποίηση που υπήρξε για ένα κρίσιμο κοινωνικό νομοσχέδιο να υπάρχει και για τα εθνικά θέματα.
Να ζητούν οι βουλευτές ενημέρωση για την Τουρκία.
Να απαιτούν εξηγήσεις για τα «ήρεμα νερά».
Να συζητούν για το Κυπριακό, το Αιγαίο, τις τουρκικές διεκδικήσεις, τη Θράκη, την Ανατολική Μεσόγειο.
Να ρωτούν.
Να αμφισβητούν.
Να απαιτούν απαντήσεις.
Να συγκρούονται, εάν χρειάζεται.
Εκεί όμως το φροντιστήριο φαίνεται να περισσεύει.
Ίσως επειδή αυτά τα μαθήματα είναι δυσκολότερα.
Δεν λύνονται με επικοινωνιακές οδηγίες.
Δεν χωρούν σε TikTok εξήντα δευτερολέπτων.
Και κυρίως απαιτούν κάτι που δεν διδάσκεται σε κανένα κομματικό σεμινάριο:
πολιτικό ανάστημα.
Η Νέα Δημοκρατία υπήρξε ιστορικά μια μεγάλη παράταξη ακριβώς επειδή δεν ήταν στρατός ομοιόμορφων στελεχών. Είχε προσωπικότητες. Είχε διαφορετικές σχολές σκέψης. Είχε συγκρούσεις. Είχε ανθρώπους που έλεγαν «όχι» ακόμη και όταν αυτό είχε κόστος.
Αν αυτή η κουλτούρα αντικατασταθεί από μια αυλή στην οποία όλοι συναγωνίζονται ποιος θα χειροκροτήσει δυνατότερα, ποιος θα βρεθεί πιο κοντά στο πλάνο και ποιος θα αποδείξει μεγαλύτερη προσωπική αφοσίωση στον αρχηγό, τότε δεν αλλάζει απλώς η Νέα Δημοκρατία.
Μικραίνει.
Γιατί μια μεγάλη παράταξη χρειάζεται στελέχη.
Η αυλή χρειάζεται αυλικούς.
Και υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο.
Γι’ αυτό, το επόμενο καλοκαιρινό πανηγύρι έχει κι αυτό τη χρησιμότητά του.
Θα τους ξαναδούμε.
Στις πρώτες σειρές.
Με το επίσημο κοστούμι.
Με το βλέμμα στραμμένο πότε στην εικόνα και πότε —διακριτικά— στον φωτογραφικό φακό.
Και την επομένη θα ανέβει η απαραίτητη φωτογραφία με λίγες λέξεις για «την πίστη μας, τις παραδόσεις μας και τις αξίες του τόπου μας».
Μόνο που οι πολίτες έχουν πλέον ένα ενοχλητικό ελάττωμα:
θυμούνται.
Θυμούνται τι έλεγες.
Θυμούνται τι ψήφισες.
Θυμούνται πότε μίλησες.
Και, κυρίως, θυμούνται πότε σώπασες.
Γι’ αυτό δεν χρειάζονται περισσότεροι πολιτικοί στις πρώτες θέσεις των ναών.
Χρειάζονται περισσότεροι πολιτικοί που θα μπορούν να στέκονται όρθιοι στις θέσεις τους.
Γιατί τελικά η πίστη δεν αποδεικνύεται με μια φωτογραφία από τη λιτανεία και η πολιτική αξιοπρέπεια δεν μετριέται από το πόσο κοντά κατάφερες να σταθείς στον πρωθυπουργό.
Μετριέται όταν έρθει η δύσκολη στιγμή.
Όταν πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα σε αυτό που πιστεύεις και σε αυτό που σε συμφέρει.
Και τότε δεν υπάρχει TikTok, selfie ή πρώτη θέση που να μπορεί να κρύψει την επιλογή σου.
Υπάρχει η οργή του προδομένου λαού της παράταξης. Και οργή λαού είναι φωνή Θεού!
Ιερομνήμων