Υπάρχει μια εικόνα που περιγράφει ίσως καλύτερα από πολλές πολιτικές αναλύσεις τη σημερινή κατάσταση ενός τμήματος της Νέας Δημοκρατίας. Βουλευτές και στελέχη να κινούνται γύρω από τον πρωθυπουργό, να αναζητούν μια χειραψία, μια σύντομη κουβέντα, ένα χαμόγελο και —πάνω απ’ όλα— μια καλή θέση στο πλάνο.
Να βγει η φωτογραφία. Να καταγραφεί το βίντεο. Να ανέβει αργότερα στο TikTok, στο Instagram, στο Facebook. Να συνοδευτεί από το απαραίτητο τσιτάτο περί «έργου», «αποτελεσματικότητας», «σύγχρονης Ελλάδας» και «αλλαγής που γίνεται πράξη».
Η πολιτική ως story. Η παρουσία ως reel. Η ιδεολογία ως επικοινωνιακό αξεσουάρ.
Και φυσικά, όσο γίνεται, όλα να θυμίζουν το επικοινωνιακό στιλ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Τα σταυρωμένα χέρια. Η χαλαρή πόζα. Το αστειάκι στην κάμερα. Η προσπάθεια να φανεί ο πολιτικός «άνετος», «μοντέρνος», «ψηφιακός», κοντά στη νέα γενιά, ακόμη κι όταν η αισθητική καταλήγει μερικές φορές να θυμίζει εκείνον τον θείο που ανακάλυψε ξαφνικά το TikTok και προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει ότι «το έχει».
Μόνο που η πολιτική δεν είναι casting.
Και ο βουλευτής δεν εκλέγεται για να γίνει φωτοτυπία του αρχηγού του.
Εκλέγεται για να έχει φωνή, άποψη, κρίση και —όταν χρειάζεται— το θάρρος της διαφωνίας.
Με την παρουσία του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη και τις εκδηλώσεις για το Μετρό της Καλαμαριάς, είναι μάλλον ασφαλές να περιμένουμε έναν νέο κατακλυσμό αναρτήσεων. Φωτογραφίες από σταθμούς, βίντεο μέσα στους συρμούς, χαμόγελα, χειραψίες, «αυθόρμητες» στιγμές και τα γνωστά bubbles που θα εμφανίζονται στην οθόνη για να κάνουν την πολιτική λίγο πιο ανάλαφρη, λίγο πιο εύπεπτη, λίγο πιο… viral.
Και όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι απλώς γραφικά, αν πίσω από την εικόνα δεν υπήρχε ένα πολύ σοβαρότερο πολιτικό ζήτημα.
Πού είναι η ίδια προθυμία για παρουσία όταν δεν υπάρχει κάμερα;
Πού βρίσκεται αυτός ο ενθουσιασμός όταν το ζήτημα δεν είναι να σταθείς δίπλα στον πρωθυπουργό, αλλά να σταθείς απέναντί του και να του πεις ότι διαφωνείς;
Γιατί εκεί μετριέται τελικά ο πολιτικός.
Όχι όταν συμφωνεί.
Όταν η συνείδησή του τού επιβάλλει να διαφωνήσει.
Πριν από ένα χρόνο είδαμε βουλευτές της κυβερνητικής παράταξης να περνούν την πόρτα των κεντρικών γραφείων της ΝΔ στην Πειραιώς για ενημερωτικές συναντήσεις σχετικά με το νομοσχέδιο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Ήταν ένα θέμα που δημιούργησε σοβαρές αντιδράσεις στο εσωτερικό της παραδοσιακής κεντροδεξιάς βάσης και έφερε αρκετούς βουλευτές αντιμέτωπους με πραγματικά πολιτικά και αξιακά διλήμματα. Ξεσήκωσε την πλειοψηφία των Χριστιανών, των οικογενειαρχών, των νοικοκυραίων.
Εκεί δεν θυμάμαι να περισσεύουν τα χαρούμενα TikTok.
Δεν θυμάμαι reels με αστειάκια.
Δεν θυμάμαι πανηγυρικές selfies.
Γιατί εκείνη τη στιγμή το ζήτημα δεν ήταν επικοινωνιακά εύκολο. Ακουμπούσε πεποιθήσεις, συνειδήσεις και την πολιτική ταυτότητα μιας ολόκληρης παράταξης.
Και αρκετοί από εκείνους που τελικά υπερψήφισαν το νομοσχέδιο βρέθηκαν αντιμέτωποι με την κριτική ότι εγκατέλειψαν θέσεις που για δεκαετίες θεωρούνταν μέρος της συντηρητικής φυσιογνωμίας της ΝΔ.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί με εκείνη την επιλογή. Μπορεί να διαφωνεί. Αυτό είναι απολύτως θεμιτό σε μια δημοκρατία.
Το πολιτικά ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού:
Πόσοι πραγματικά διαμόρφωσαν μόνοι τους τη θέση τους και πόσοι απλώς ακολούθησαν τη γραμμή;
Και κυρίως: πόσο εύκολα μπορεί ένας βουλευτής σήμερα να πει στον αρχηγό του κόμματός του «όχι, εδώ διαφωνώ», γνωρίζοντας ότι αυτή η λέξη μπορεί να του κοστίσει μια υπουργική καρέκλα, μια θέση ευθύνης ή ακόμη και την πολιτική εύνοια του κομματικού μηχανισμού;
Γιατί η καρέκλα είναι γλυκιά.
Και γίνεται ακόμη γλυκύτερη όταν συνοδεύεται από την προσδοκία της επόμενης αναβάθμισης.
Υφυπουργός. Υπουργός. Κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος. Πρόεδρος επιτροπής. Μια καλύτερη θέση στο ψηφοδέλτιο. Λίγο μεγαλύτερη προβολή.
Και κάπου μέσα σε αυτή την αλυσίδα προσδοκιών μπορεί εύκολα να χαθεί κάτι πολύ σημαντικό:
η πολιτική αυτονομία.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη μεγαλύτερη αντίφαση.
Είδαμε να οργανώνονται ενημερώσεις και συζητήσεις για κοινωνικά νομοσχέδια που θεωρήθηκαν κρίσιμα για την κυβερνητική ατζέντα.
Πότε είδαμε αντίστοιχη κινητοποίηση για τα εθνικά θέματα;
Πότε συγκεντρώθηκαν οι βουλευτές για να απαιτήσουν εξαντλητική ενημέρωση για τη στρατηγική της χώρας απέναντι στην Τουρκία;
Πότε ζήτησαν να μάθουν πού ακριβώς οδηγεί η πολιτική των «ήρεμων νερών»;
Ποια είναι τα όριά της;
Ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές της Ελλάδας;
Τι συμβαίνει όταν η Άγκυρα επαναφέρει ζητήματα κυριαρχίας, μιλά για «γκρίζες ζώνες», αμφισβητεί ελληνικές αρμοδιότητες στο Αιγαίο ή επιστρέφει στις παραβιάσεις;
Πότε απαίτησαν οι ίδιοι οι βουλευτές μια σοβαρή, πολύωρη ενημέρωση για το Κυπριακό, το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, την αμυντική στρατηγική και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις;
Και κυρίως:
Πότε ακούσαμε πολλούς από αυτούς να ορθώνουν δημόσια λόγο όταν πίστευαν ότι μια κυβερνητική επιλογή στα εθνικά ζητήματα ήταν λανθασμένη;
Εκεί δεν υπάρχουν εύκολα reels.
Δεν υπάρχουν χαριτωμένα bubbles.
Δεν υπάρχουν πολλά χαμόγελα.
Υπάρχουν δύσκολες ερωτήσεις. Υπάρχει ευθύνη. Υπάρχει πολιτικό κόστος.
Και αυτά είναι πολύ λιγότερο ελκυστικά από μια φωτογραφία δίπλα στον πρωθυπουργό.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι το TikTok. Ούτε το Instagram. Και ασφαλώς ένας σύγχρονος πολιτικός πρέπει να χρησιμοποιεί τα νέα μέσα επικοινωνίας. Θα ήταν παράλογο να ζητάμε από την πολιτική να παραμείνει επικοινωνιακά στη δεκαετία του ’80.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επικοινωνία αντικαθιστά την πολιτική.
Όταν η φωτογραφία γίνεται σημαντικότερη από τη θέση.
Όταν η πρόσβαση στον αρχηγό γίνεται σημαντικότερη από την πρόσβαση στην κοινωνία.
Όταν το «να με δει ο πρόεδρος» αποκτά μεγαλύτερη αξία από το «να ακούσω τι μου λέει ο ψηφοφόρος μου».
Και κυρίως όταν ένας βουλευτής μετατρέπεται από εκπρόσωπος των πολιτών σε χειροκροτητή της εκτελεστικής εξουσίας.
Γιατί το Σύνταγμα δεν προβλέπει βουλευτές-κομπάρσους.
Ούτε εκλέγουμε ανθρώπους για να τρέχουν πίσω από έναν πρωθυπουργό προσπαθώντας να χωρέσουν στο πλάνο.
Εκλέγουμε βουλευτές για να εκπροσωπούν. Να ελέγχουν. Να προτείνουν. Να αντιστέκονται όταν χρειάζεται. Και, ναι, να διαφωνούν ακόμη και με τον αρχηγό τους.
Αυτό κάποτε θεωρούνταν αυτονόητο μέσα στις μεγάλες παρατάξεις.
Η Νέα Δημοκρατία είχε πάντοτε ισχυρές προσωπικότητες, διαφορετικά ρεύματα, εσωτερικές συγκρούσεις και ανθρώπους που δεν δίσταζαν να υπερασπιστούν δημόσια τις απόψεις τους. Καραμανλικοί, φιλελεύθεροι, λαϊκή Δεξιά, κοινωνικοί συντηρητικοί συνυπήρχαν —όχι πάντοτε αρμονικά— μέσα στην ίδια πολιτική οικογένεια.
Αυτή ήταν όμως και η δύναμή της.
Ήταν παράταξη, όχι προσωπική αυλή.
Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση της διαφωνίας ως περίπου πράξης απιστίας είναι επικίνδυνη για κάθε μεγάλο κόμμα.
Η περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά είναι χαρακτηριστική ακριβώς επειδή πρόκειται για έναν πρώην πρωθυπουργό και πρώην πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας που επέλεξε να εκφράσει δημόσια σοβαρές διαφωνίες με κυβερνητικές επιλογές, ιδιαίτερα σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Κάποιος μπορεί να συμφωνεί μαζί του.
Κάποιος μπορεί να θεωρεί ότι έχει άδικο.
Αλλά υπάρχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από το πρόσωπο του Σαμαρά:
Έχει ακόμη χώρο η σημερινή Νέα Δημοκρατία για ουσιαστική εσωτερική διαφωνία;
Ή μήπως η πολιτική επιβίωση προϋποθέτει πλέον να χαμογελάς, να χειροκροτείς, να ψηφίζεις και —κατά προτίμηση— να βρίσκεσαι εγκαίρως δίπλα στον πρωθυπουργό όταν ανοίξουν οι κάμερες;
Γιατί αν ισχύει το δεύτερο, τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη Νέα Δημοκρατία.
Αφορά την ποιότητα του ίδιου του κοινοβουλευτισμού.
Η δημοκρατία δεν χρειάζεται βουλευτές που συμφωνούν πάντοτε με την ηγεσία τους. Χρειάζεται ανθρώπους με πολιτική προσωπικότητα.
Χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να πουν «ναι» όταν συμφωνούν και «όχι» όταν διαφωνούν.
Χρειάζεται ανθρώπους που γνωρίζουν ότι η υπουργική καρέκλα είναι προσωρινή, ενώ η πολιτική αξιοπρέπεια και η προσωπική υπογραφή στις αποφάσεις μένουν.
Και κυρίως χρειάζεται πολιτικούς που όταν πρόκειται για την πατρίδα δεν αναρωτιούνται πρώτα «τι λέει η γραμμή;», αλλά «τι πιστεύω ότι είναι σωστό για τη χώρα;».
Ας ανεβάσουν λοιπόν όσες φωτογραφίες θέλουν.
Ας κάνουν reels.
Ας γεμίσουν τα stories με χαμόγελα, χειραψίες και στιγμιότυπα από το Μετρό.
Δεν είναι εκεί το πρόβλημα.
Το ερώτημα είναι τι θα κάνουν όταν σβήσουν οι κάμερες.
Όταν δεν υπάρχει πρωθυπουργός δίπλα τους για τη φωτογραφία.
Όταν δεν υπάρχει υπουργική θέση στον ορίζοντα.
Όταν η κομματική γραμμή συγκρουστεί με αυτό που οι ίδιοι θεωρούν σωστό.
Τότε φαίνεται ποιος είναι πολιτικός και ποιος απλώς βρίσκεται στο πλάνο.
Γιατί τελικά είναι πολύ εύκολο να τρέξεις για μια selfie με την εξουσία.
Το δύσκολο είναι να σταθείς όρθιος απέναντί της όταν πιστεύεις ότι κάνει λάθος.
Έρχεται όμως, για όλους τους πρωταγωνιστές και τους θλιβερούς παρατρεχάμενους η ώρα του απολογισμού. Κι όπως λέει η λαϊκή παροιμία: “Στο τέλος ξυρίζουν τον…γαμπρό”
G. ANTON.