Τεκμήριο αθωότητας για όλους, φυσικά. Αλλά στην πολιτική και στη δημόσια διοίκηση υπάρχει μια αλήθεια που δεν συγχωρείται: όταν κυκλοφορούν σοβαρές ενδείξεις για διασπάθιση ευρωπαϊκών κονδυλίων, η ζημιά δεν μένει «εσωτερική υπόθεση». Περνά τα σύνορα. Χτυπά την αξιοπιστία της χώρας. Και ενεργοποιεί το πιο επικίνδυνο αντανακλαστικό: το καχύποπτο βλέμμα των εταίρων.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι από εκείνες που, αν επιβεβαιωθούν τα βαριά στοιχεία, δεν φθείρουν απλώς μια υπηρεσία ή μερικούς «μηχανισμούς». Στέλνουν μήνυμα ότι το κράτος δεν κατάφερε να προστατεύσει το πιο κρίσιμο: το δημόσιο χρήμα. Και όταν αυτό το χρήμα είναι ευρωπαϊκό, τότε η συζήτηση παύει να είναι «ελληνική». Γίνεται ευρωπαϊκός πονοκέφαλος.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, έρχεται και το σκάνδαλο της ΓΣΕΕ — μικρότερο σε ποσά, αλλά σχεδόν εξίσου σοκαριστικό ως σύμβολο. Διότι εδώ δεν μιλάμε μόνο για αριθμούς. Μιλάμε για ηθική κατάρρευση. Όταν ένας θεσμός που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται τον εργαζόμενο εμφανίζεται να μπλέκεται σε ιστορίες αδιαφάνειας, τότε δεν χάνεται απλώς η εμπιστοσύνη: διαλύεται η έννοια του “εκπροσώπου”.
Κάποιοι θα πουν: «Σιγά, οι αγορές δεν συγκινούνται από ηθική». Σωστά — αλλά οι αγορές συγκινούνται από ρίσκο. Και τα μεγάλα σκάνδαλα δημιουργούν ρίσκο με δύο τρόπους:
- Πρώτον, τραυματίζουν την εικόνα σταθερότητας.
- Δεύτερον, ανοίγουν τον δρόμο για επιτήρηση, πάγωμα κονδυλίων, ελέγχους και πολιτικές τριβές που κοστίζουν πολύ περισσότερο από τα ίδια τα ποσά.
Η Ελλάδα μπορεί σήμερα να εμφανίζει καλύτερους δείκτες, πιο «κανονικό» προφίλ, λιγότερη ένταση στη χρηματοδότηση. Όμως η ιστορία μας έμαθε κάτι αμείλικτο: από «καλός μαθητής» μέχρι «πρόβλημα της τάξης», η απόσταση δεν είναι χρόνια. Είναι λίγοι μήνες, αν το μείγμα γίνει τοξικό: αλαζονεία, χαλαροί έλεγχοι, κομματικό κράτος, εξυπηρετήσεις, ατιμωρησία.
Και ναι, δεν χρειάζεται να ξαναζήσουμε την εποχή που στην Βρυξέλλες ανέβαιναν φρύδια και έπεφταν «σφραγίδες» πάνω σε μια χώρα που παρουσιαζόταν ως ειδική περίπτωση. Δεν χρειάζεται να ξαναδούμε την Ευρώπη να μας κοιτά σαν να είμαστε μόνιμα ύποπτοι. Αλλά για να μη συμβεί αυτό, υπάρχει μία προϋπόθεση: να μη δείχνουμε ανοχή σε υποθέσεις που μυρίζουν λεηλασία πόρων.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο «οι εμπλεκόμενοι». Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα που επιτρέπει να στήνονται μηχανισμοί γύρω από επιδοτήσεις, προγράμματα, σφραγίδες και «εξυπηρετήσεις», μέχρι κάποια στιγμή να χτυπήσει την πόρτα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) και να αναρωτιόμαστε πώς «δεν το είδε κανείς».
Όταν παίζεις με ευρωπαϊκό χρήμα, δεν παίζεις με «χαρτζιλίκι». Παίζεις με θέσεις εργασίας, με αναπτυξιακά εργαλεία, με αγροτικές κοινότητες, με κοινωνική συνοχή. Παίζεις, τελικά, με το δικαίωμα μιας χώρας να ζητά σεβασμό και εμπιστοσύνη στο τραπέζι της Ευρωπαϊκή Ένωση.
Γι’ αυτό το σωστό σύνθημα δεν είναι το ισοπεδωτικό «όλοι ίδιοι». Αυτό είναι δηλητήριο και χάρισμα στα άκρα. Το σωστό σύνθημα είναι άλλο: όλοι ελέγχονται. Με πραγματικές δικλείδες. Με διαφάνεια, ψηφιακή ιχνηλασιμότητα, ανεξάρτητους ελέγχους, επιστροφές των κλοπιμαίων, νομικές κυρώσεις και καμία πολιτική ομπρέλα.
Γιατί η χώρα δεν κινδυνεύει όταν αποκαλύπτεται ένα σκάνδαλο. Κινδυνεύει όταν ένα σκάνδαλο γίνεται ρουτίνα. Όταν το σύστημα μαθαίνει να ζει με τη βρομιά και να τη βαφτίζει «υπερβολή των αντιπάλων». Και τότε, ξαφνικά, μια μέρα, δεν θα φταίνε ούτε οι «ξένοι», ούτε οι «αγορές», ούτε η κακιά ώρα. Θα φταίει η δική μας ανοχή.
Να έχουν γνώσιν οι φύλακες. Όχι με λόγια. Με πράξεις.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΡΑΦΙΩΤΗΣ