Υπάρχουν συναντήσεις κρατικών ηγετών που λειτουργούν κυρίως ως τυπικές επιβεβαιώσεις, ωστόσο η συνάντηση μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα και του Προέδρου της Δημοκρατίας του Παναμά Χοσέ Ραούλ Μουλίνο στο Προεδρικό Μέγαρο ανήκε σε μια διαφορετική κατηγορία. Ήταν μια συνάντηση στην οποία τα δύο μέρη μπόρεσαν να μιλήσουν για κοινή ταυτότητα χωρίς να χρειαστεί να την κατασκευάσουν. Γιατί η θάλασσα — η μεγάλη σταθερά που ορίζει και τις δύο χώρες — ήταν παρούσα σε κάθε λέξη της συζήτησης, ως κοινό σύμβολο, κοινή ευθύνη και κοινό μέλλον.
Ο κ. Τασούλας το είπε με χαρακτηριστική σαφήνεια: «Μας συνδέει η μεγάλη κοινή σχέση μας με τη θάλασσα, η οποία είναι και για τις δύο χώρες μας βασικό στοιχείο της ιστορίας και της ταυτότητάς μας». Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος Μουλίνο — δικηγόρος Ναυτικού Δικαίου με προσωπική και επαγγελματική σύνδεση με την Ελλάδα που χρονολογείται από το 1992 — το επιβεβαίωσε με τον ίδιο τρόπο: «Ο Παναμάς και η Ελλάδα έχουν ως κοινό σύμβολο τη θάλασσα. Μπορεί να είμαστε χώρες μικρές, αλλά η θάλασσα μας ενώνει». Σπάνια η κοινή γλώσσα δύο κρατών αποτυπώνεται τόσο φυσικά στη διπλωματική τους επικοινωνία.
Η επίσκεψη έφερε και συγκεκριμένα αποτελέσματα. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης επιβεβαιώθηκε η πρόθεση υπογραφής διμερών συμφωνιών που θα καλύπτουν δύο βασικούς τομείς: τουριστική συνεργασία και συνεργασία των ναυτικών επιμελητηρίων των δύο χωρών. Η επιλογή αυτών των πεδίων δεν είναι τυχαία. Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους ισχυρότερους ναυτιλιακούς στόλους στον κόσμο, ενώ ο Παναμάς ελέγχει τη Διώρυγα που αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους κόμβους του παγκόσμιου εμπορίου. Η ενίσχυση της συνεργασίας των ναυτικών επιμελητηρίων τους δεν είναι διπλωματική κίνηση αλλά ουσιαστική σύμπλεξη συμφερόντων.
Ιδιαίτερο βάρος απέκτησε στη συνάντηση η κοινή θέση των δύο χωρών ως μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Ο κ. Τασούλας αναφέρθηκε στην ιδιότητα αυτή ως πλαίσιο κοινής ευθύνης για την προώθηση των αρχών της πολυμέρειας, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελεύθερης και ασφαλούς ναυσιπλοΐας. Ο Μουλίνο, από την πλευρά του, υπενθύμισε ότι πριν από ένα χρόνο προήδρευσε του Συμβουλίου Ασφαλείας, με κεντρικό θέμα ακριβώς την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και των θαλασσών. «Τότε δεν βλέπαμε στον ορίζοντα την κατάσταση η οποία σήμερα έχει δημιουργηθεί και αποτελεί εμπόδιο για τη διεθνή συνεργασία και τη ναυσιπλοΐα», σημείωσε, αφήνοντας αδιευκρίνιστο αλλά αναμφίβολα κατανοητό τον υπαινιγμό στην κρίση των Στενών του Ορμούζ και στις αναταράξεις που τα πλήττουν.
Η αναφορά στη Διώρυγα του Παναμά αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Ο Μουλίνο υπενθύμισε ότι η Διώρυγα είναι ουδέτερη και λειτουργεί υπό καθεστώς που επιτάσσει να παραμένει ανοιχτή τόσο σε περιόδους πολέμου όσο και σε περιόδους ειρήνης. «Σήμερα, ελπίζουμε η διεθνής κατάσταση να ηρεμήσει, ελπίζουμε ότι θα επικρατήσει ειρήνη, ώστε η Διώρυγα και η ναυσιπλοΐα να μπορέσουν να λειτουργήσουν απρόσκοπτα στο διηνεκές». Σε μια στιγμή κατά την οποία η ελεύθερη ναυσιπλοΐα αποτελεί σημείο τριβής στον κόλπο, η ρητή κατοχύρωση της ουδετερότητας της Διώρυγας ως αρχή αποκτά γεωπολιτικό βάρος.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συνάντησης ήταν η ανάδειξη των ιστορικών και ανθρώπινων δεσμών μεταξύ των δύο χωρών. Ο κ. Τασούλας αναφέρθηκε στην ελληνική παροικία στον Παναμά — η οποία έχει ιστορία μεγαλύτερη από έναν αιώνα — τονίζοντας ότι, παρά τον μικρό αριθμό της, έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επιστήμη, την τεχνολογία, τον πολιτισμό, την πολιτική και τη ναυτιλία. Ο ίδιος ο Μουλίνο πρόσθεσε ένα ιστορικό στοιχείο που λίγοι γνωρίζουν εκτός Παναμά: «Στην ιστορία μας είχαμε, επίσης, και έναν πρόεδρο ελληνικής καταγωγής, τον κύριο Λάκας», αναφερόμενος στον Δημήτριο Βασίλειο Λάκα, πρόεδρο του Παναμά κατά την κρίσιμη περίοδο 1969–1978, που ήταν γνωστός για τον ρόλο του στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην επιστροφή της Διώρυγας στον παναμαϊκό έλεγχο.
Ο Μουλίνο γνωρίζει την Ελλάδα από μακρά και ουσιαστική εμπειρία. Από το 1992, όταν διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών για πρώτη φορά, και ακολούθως μέσα από πολυάριθμες επισκέψεις ως δικηγόρος Ναυτικού Δικαίου, ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με Έλληνες εφοπλιστές και συναδέλφους. «Ευχαριστώ πάρα πολύ, για την υψηλή τιμή να βρίσκομαι εδώ, σήμερα, ως πρόεδρος του Παναμά, με στόχο να φέρω ακόμα πιο κοντά τους δύο λαούς μας και τις δύο χώρες μας», δήλωσε κλείνοντας, συνοψίζοντας τον σκοπό της επίσκεψης με αφοπλιστική απλότητα.
Μετά τις διευρυμένες συνομιλίες των δύο αντιπροσωπειών, ακολούθησε τελετή παρασημοφόρησης με ιδιαίτερο συμβολισμό. Ο Πρόεδρος Τασούλας απένειμε στον Μουλίνο τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος — το ανώτατο ελληνικό παράσημο για ξένους αρχηγούς κράτους — ενώ ο Παναμανός πρόεδρος ανταπέδωσε απονέμοντας στον κ. Τασούλα το Τάγμα Manuel Amador Guerrero με Περιδέραιο, που φέρει το όνομα του πρώτου προέδρου του Παναμά. Η αμοιβαία αυτή απονομή αποτελεί, από μόνη της, μια πράξη ισότιμης εκτίμησης που επισφραγίζει ό,τι λέχθηκε με λόγια.