Κάθε φορά που ένα πανεπιστημιακό πρόγραμμα ελληνικών σπουδών στο εξωτερικό γλιτώνει το λουκέτο την τελευταία στιγμή, η πρώτη αυθόρμητη αντίδραση είναι η ανακούφιση. Η είδηση ότι το προχωρημένο επίπεδο ελληνικής γλώσσας (Advanced Major) στο Πανεπιστήμιο La Trobe της Μελβούρνης εξασφάλισε τη λειτουργία του για την επόμενη τριετία, χάρη σε μια ιδιωτική χορηγία 90.000 δολαρίων, έγινε δικαίως δεκτή με χειροκροτήματα. Αν όμως σταθούμε μόνο στους πανηγυρισμούς, κινδυνεύουμε να χάσουμε τη μεγαλύτερη και πιο ανησυχητική εικόνα: το γεγονός ότι η διδασκαλία της μητρικής μας γλώσσας στην πέμπτη ήπειρο εξακολουθεί να ακροβατεί σε τεντωμένο σχοινί, εξαρτώμενη από συγκυριακές ενέσεις ρευστότητας.
Η ευγενής χειρονομία των Peter και Mary Mitrakas αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα προσωπικής ευθύνης και ανιδιοτελούς αγάπης για την παράδοση. Δύο άνθρωποι αποφάσισαν να μην αρκεστούν σε ευχολόγια και ανέλαβαν να καλύψουν ένα κενό που απειλούσε να στερήσει από τους φοιτητές τη δυνατότητα εις βάθος εκμάθησης των ελληνικών. Η πράξη τους αξίζει κάθε έπαινο, όμως ταυτόχρονα λειτουργεί ως ένας αμείλικτος καθρέφτης για ολόκληρη την Ομογένεια. Αποκαλύπτει πόσο ευάλωτη παραμένει η ελληνική παρουσία στα αυστραλιανά ακαδημαϊκά ιδρύματα και πόσο επικίνδυνο είναι να θεωρούμε τη διατήρηση της γλώσσας μας ως κάτι δεδομένο ή αυτονόητο.
Εδώ και χρόνια, σε συνέδρια, εκδηλώσεις και οικογενειακά τραπέζια, επαναλαμβάνεται η ίδια αγωνιώδης διαπίστωση: οι νεότερες γενιές απομακρύνονται από τη γλώσσα, τα κοινοτικά σχολεία συρρικνώνονται και η ελληνική λαλιά χάνει σταδιακά έδαφος στις γειτονιές της Αυστραλίας. Κι όμως, αυτή η συζήτηση συχνά εγκλωβίζεται σε έναν στείρο ρομαντισμό ή σε μια παθητική νοσταλγία. Συνηθίσαμε να αναζητούμε ευθύνες αποκλειστικά στους κρατικούς μηχανισμούς —είτε στην ελληνική πολιτεία που βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, είτε στις αυστραλιανές αρχές και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Αναμφίβολα, η θεσμική υποστήριξη της πολυπολιτισμικότητας είναι αναγκαία. Δεν μπορούμε όμως να ζητάμε από τρίτους να επενδύσουν σε κάτι που εμείς οι ίδιοι διστάζουμε να θωρακίσουμε στην πράξη.
Η σημερινή ελληνική παροικία της Αυστραλίας δεν έχει καμία σχέση με την κοινότητα των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Σήμερα διαθέτει επιχειρηματική ισχύ, οικονομική ευρωστία, επιστήμονες διεθνούς κύρους και οικογένειες με ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης. Το μεγάλο ζητούμενο είναι πώς αυτή η οικονομική δυναμική θα μετατραπεί σε στρατηγικό πολιτιστικό κεφάλαιο. Δεν αρκεί να περιμένουμε έναν ευεργέτη την ύστατη ώρα για να σωθεί ένα τμήμα. Χρειάζεται η δημιουργία μιας μόνιμης κουλτούρας συνεισφοράς, όπου η στήριξη της εκπαίδευσης θα αντιμετωπίζεται ως η πιο αποδοτική επένδυση για το μέλλον του Ελληνισμού.
Αυτή η προσπάθεια δεν απαιτεί απαραίτητα υπέρογκα ποσά από λίγους, αλλά συλλογική συμμετοχή από πολλούς. Μια ευρεία συμμαχία από ομογενειακές επιχειρήσεις που θεσπίζουν στοχευμένες υποτροφίες, τοπικούς συλλόγους που διαθέτουν μέρος των εσόδων τους για εκπαιδευτικά προγράμματα, και ιδιώτες που συνεισφέρουν σταθερά —είτε με 500 είτε με 5.000 δολάρια— σε ένα ειδικό ταμείο διαρκούς χρηματοδότησης. Ένα τέτοιο οργανωμένο δίκτυο θα απελευθέρωνε τα πανεπιστημιακά προγράμματα από την ανασφάλεια των τριετών παρατάσεων και θα τους επέτρεπε να σχεδιάσουν το ακαδημαϊκό τους έργο σε βάθος δεκαετιών.
Παράλληλα, η ακαδημαϊκή διδασκαλία δεν μπορεί να παραμένει αποκομμένη από τη ζωντανή εμπειρία. Η γλώσσα για να ριζώσει στους νέους χρειάζεται βιωματικό αντίκρισμα: θέατρο, μουσικές σκηνές, κινηματογράφο, λογοτεχνικές συναντήσεις και σύγχρονες πολιτιστικές δράσεις που μιλούν στον ψυχισμό της τρίτης και τέταρτης γενιάς. Όταν οι νέοι αντιληφθούν τα ελληνικά όχι ως ένα μουσειακό κατάλοιπο των παππούδων τους, αλλά ως ένα ζωντανό εργαλείο σκέψης, έκφρασης και ταυτότητας, τότε η επιθυμία τους για μάθηση θα πολλαπλασιαστεί αυτόματα.
Αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες έφτασαν στην Αυστραλία —με μια βαλίτσα στο χέρι, αντιμέτωποι με τη φτώχεια και τις διακρίσεις— προκαλεί δέος το πώς κατάφεραν να χτίσουν ναούς, σχολεία και ισχυρές κοινότητες από το μηδέν. Η δική μας εποχή, απαλλαγμένη από εκείνες τις υπαρξιακές δυσκολίες, δεν έχει το δικαίωμα να αφήσει αυτή την παρακαταθήκη να σβήσει από αδράνεια. Η διάσωση των προχωρημένων σπουδών στο La Trobe μάς χάρισε πολύτιμο χρόνο. Το αν αυτός ο χρόνος θα αξιοποιηθεί για να οικοδομηθεί ένα βιώσιμο μέλλον ή αν απλώς θα μεταθέσει την επόμενη κρίση για το 2029, εξαρτάται αποκλειστικά από την ωριμότητα και την αποφασιστικότητα της ίδιας της Ομογένειας.