Στη διπλωματία, ορισμένες φορές, η ουσία δεν βρίσκεται στα ανακοινωθέντα αλλά στο ποιος κάθεται στο τραπέζι. Η πρόσφατη συνάντηση του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια με την Αμερικανίδα πρέσβειρα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ αποδεικνύεται πως είχε βαρύνουσα σημασία και δεν περιορίστηκε σε εθιμοτυπικά πλαίσια. Αντιθέτως, επιβεβαίωσε το ζωηρό ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα.
Το στοιχείο που «μαρτυρά» τον χαρακτήρα της συνάντησης είναι η παρουσία του Ντάνιελ Ζίμερμαν στο τραπέζι των συζητήσεων. Ως αρμόδιος αξιωματούχος του αμερικανικού Πενταγώνου για νευραλγικά ζητήματα εξοπλισμών και αμυντικών προμηθειών, ο κ. Ζίμερμαν έδωσε το στίγμα της πρακτικής συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της άμυνας. Η παρουσία ενός τέτοιου στελέχους δεν είναι πρωτοκολλική λεπτομέρεια, αλλά είναι ένδειξη ότι η συζήτηση κινήθηκε στο επίπεδο των συγκεκριμένων προγραμμάτων και όχι των γενικών διακηρύξεων.
Ανοιχτή πριμοδότηση στον σχεδιασμό του ΥΠΕΘΑ
Το συνολικό μήνυμα που εκπέμπει η Ουάσιγκτον είναι σαφές: υποστήριξη στον σχεδιασμό του υπουργείου Εθνικής Άμυνας για τη ριζική αναβάθμιση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, με ανοιχτή πριμοδότηση της αποκαλούμενης «Ατζέντας 2030».
Το πρόγραμμα αυτό αποτελεί τον κεντρικό άξονα του μετασχηματισμού που επιχειρείται στις Ένοπλες Δυνάμεις, και η αμερικανική στήριξη σε αυτό λειτουργεί σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα. Πολιτικά, προσδίδει κύρος και συνέχεια σε έναν σχεδιασμό που εκτείνεται πέρα από τους κύκλους μιας κυβερνητικής θητείας.
Επιχειρησιακά, ανοίγει τον δρόμο για συνεργασίες σε επίπεδο πλατφορμών, τεχνολογιών και διαλειτουργικότητας.
Ο πυλώνας της νότιας πτέρυγας
Από τις επαφές αναδείχθηκε επίσης το πώς αποτιμάται σήμερα η θέση της χώρας στον ευρύτερο σχεδιασμό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να βλέπουν την Ελλάδα ως τον πιο αξιόπιστο πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή, αναγνωρίζοντας τον κρίσιμο ρόλο της Αθήνας για τη διασφάλιση της ευαίσθητης νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Ο χαρακτηρισμός έχει βάρος, γιατί η νότια πτέρυγα της Συμμαχίας παραμένει το πιο σύνθετο και πολυπαραγοντικό της μέτωπο: από την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή έως τη Βόρεια Αφρική και τους θαλάσσιους διαδρόμους που τα συνδέουν. Σε αυτό το περιβάλλον, η γεωγραφική θέση και η αξιοπιστία ενός εταίρου αποκτούν στρατηγική αξία που δεν μετριέται μόνο σε αριθμούς πλατφορμών.
Ο κοινός τόπος
Κοινός τόπος της συνάντησης ήταν η περαιτέρω εμβάθυνση των ελληνοαμερικανικών αμυντικών δεσμών, με τελικό στόχο την ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας της ίδιας της Συμμαχίας.
Η διατύπωση αυτή δεν είναι τυχαία. Τοποθετεί τη διμερή συνεργασία μέσα σε ένα ευρύτερο συμμαχικό πλαίσιο, εντάσσοντας την ελληνική αναβάθμιση όχι ως μεμονωμένο εθνικό εγχείρημα αλλά ως συνεισφορά στη συνολική άμυνα του ΝΑΤΟ. Είναι, σε πολιτικό επίπεδο, το πιο ισχυρό επιχείρημα υπέρ της συνέχισης και της επιτάχυνσης της «Ατζέντας 2030».
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι το πρακτικό: πώς θα μεταφραστεί η δηλωμένη στήριξη σε συγκεκριμένες συμφωνίες, χρονοδιαγράμματα και μεταφορά τεχνολογίας. Και εκεί, η παρουσία ανθρώπων όπως ο κ. Ζίμερμαν στις επαφές είναι ίσως ο πιο χρήσιμος δείκτης για το τι θα ακολουθήσει.