Αντιμέτωποι με ποινικές κατηγορίες που μπορούν να ανατρέψουν την πορεία τους προς την αμερικανική υπηκοότητα βρίσκονται 28 νόμιμοι μόνιμοι κάτοικοι στην Καλιφόρνια, στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής επιχείρησης για την αντιμετώπιση της παράνομης συμμετοχής μη Αμερικανών πολιτών στις εκλογές. Η υπόθεση επεκτείνεται πέρα από την καταγγελλόμενη παράνομη ψήφο, καθώς μεγάλο μέρος των διώξεων αφορά ψευδείς δηλώσεις σε αιτήσεις πολιτογράφησης, συνεντεύξεις και έντυπα εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους.
Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ανακοίνωσε τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου ότι η επιχείρηση «Operation Protect the Vote» πραγματοποιείται με τη συνεργασία των τεσσάρων ομοσπονδιακών εισαγγελικών περιφερειών της Καλιφόρνιας. Κατά την ανακοίνωση, όλοι οι κατηγορούμενοι είναι κάτοχοι πράσινης κάρτας, ενώ την ημέρα της επιχείρησης είχαν πραγματοποιηθεί έντεκα συλλήψεις. Οι αρχές υποστηρίζουν ότι οι υποθέσεις περιλαμβάνουν εν γνώσει ψευδείς δηλώσεις αμερικανικής υπηκοότητας και, σε αρκετές περιπτώσεις, συμμετοχή σε εκλογικές αναμετρήσεις χωρίς σχετικό δικαίωμα.
Η διάκριση ανάμεσα στη νόμιμη μόνιμη διαμονή και στην αμερικανική ιθαγένεια βρίσκεται στον πυρήνα της υπόθεσης. Η πράσινη κάρτα επιτρέπει τη μόνιμη διαμονή και εργασία στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν παρέχει δικαίωμα ψήφου στις ομοσπονδιακές εκλογές. Παράλληλα, η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους, η πραγματική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος και οι απαντήσεις κατά τη διαδικασία πολιτογράφησης αποτελούν διαφορετικές πράξεις, οι οποίες εξετάζονται χωριστά.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του 42χρονου Χοσέ Αντόνιο Μπανιουέλος-Ντίας, ο οποίος ζει στις ΗΠΑ περίπου τέσσερις δεκαετίες και έχει περάσει ολόκληρη την ενήλικη ζωή του ως νόμιμος μόνιμος κάτοικος. Οι ομοσπονδιακές αρχές υποστηρίζουν ότι το 2007 δήλωσε ψευδώς πως ήταν Αμερικανός πολίτης για να εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους και ότι αργότερα έδωσε ψευδείς πληροφορίες στο πλαίσιο της διαδικασίας πολιτογράφησης. Δεν κατηγορείται, ωστόσο, ότι ψήφισε.
Ο ίδιος έδωσε διαφορετική εκδοχή στο Associated Press, λέγοντας ότι αγνοούσε την εγγραφή του μέχρι τη σύλληψή του έξω από το σπίτι του στο Λος Άντζελες. Θυμάται ότι είχε εκδώσει άδεια οδήγησης περίπου εκείνη την περίοδο, αλλά υποστηρίζει ότι ουδέποτε επιχείρησε να ψηφίσει, επειδή γνώριζε πως δεν είχε αυτό το δικαίωμα. Κατά τη θέση του, εάν είχε γίνει λάθος, θα έπρεπε να είχε εντοπιστεί και να του είχε γνωστοποιηθεί πολύ νωρίτερα.
Ο Μπανιουέλος-Ντίας αφέθηκε ελεύθερος μετά τη σύλληψή του, αλλά η κατηγορία που αντιμετωπίζει μπορεί, σε περίπτωση καταδίκης, να επιφέρει ποινή έως πέντε ετών. Η υπόθεσή του αναδεικνύει τη σημασία της απόδειξης των συγκεκριμένων περιστατικών, της γνώσης και της πρόθεσης του κατηγορουμένου. Η καταχώριση ενός ονόματος σε εκλογικό αρχείο δεν απαντά από μόνη της σε όλα τα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η εγγραφή και τις δηλώσεις που τη συνόδευσαν.
Διαφορετικά χαρακτηριστικά παρουσιάζει η υπόθεση της Παμέλε Αρμπουές Λάιν, η οποία συνελήφθη στο Σαν Ντιέγκο μετά τη συνέντευξή της για την απόκτηση υπηκοότητας. Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα που περιγράφονται στο ρεπορτάζ, οι αρχές υποστηρίζουν ότι είχε εγγραφεί επανειλημμένα στους εκλογικούς καταλόγους και είχε ψηφίσει, ενώ στη διαδικασία πολιτογράφησης αρνήθηκε ότι είχε συμμετάσχει σε εκλογές ή είχε δηλώσει Αμερικανίδα πολίτης.
Η Λάιν, η οποία κατάγεται από τις Φιλιππίνες, φέρεται να εξήγησε ότι πίστευε πως είχε αποκτήσει υπηκοότητα μέσω της μητέρας της. Κατά την κυβερνητική εκδοχή, όμως, ήταν ήδη 19 ετών όταν πολιτογραφήθηκε η μητέρα της και δεν απέκτησε τότε αυτομάτως την αμερικανική ιθαγένεια. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στα έγγραφα, υποστήριξε ότι πληροφορήθηκε την πραγματική της κατάσταση τον Ιούνιο, κατά τη διαδικασία ανανέωσης της κάρτας Κοινωνικής Ασφάλισης, και υπέβαλε αίτηση πολιτογράφησης την ίδια ημέρα.
Οι ποινικές συνέπειες διαφέρουν ανάλογα με το αδίκημα. Το υπουργείο Δικαιοσύνης αναφέρει ανώτατη ποινή πέντε ετών για ορισμένες από τις κακουργηματικές κατηγορίες που περιλαμβάνονται στην επιχείρηση. Δεν υπάρχει, επομένως, ενιαίο πλαίσιο ποινής για όλους τους κατηγορουμένους. Επίσης, μια προβλεπόμενη ανώτατη ποινή δεν αποτελεί υποχρεωτική ελάχιστη ποινή, ούτε μπορεί η πιθανή συνολική ποινή να υπολογιστεί απλώς με την πρόσθεση επιμέρους ορίων.
Πέρα από τη φυλάκιση, οι υποθέσεις μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τις αιτήσεις πολιτογράφησης και, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά και τις εφαρμοστέες διατάξεις, να δημιουργήσουν σοβαρές μεταναστευτικές συνέπειες. Η έκβαση δεν είναι αυτόματη ή ίδια για όλους. Θα εξαρτηθεί από τις κατηγορίες που θα αποδειχθούν, τα στοιχεία κάθε φακέλου και τις αποφάσεις των αρμόδιων αρχών.
Η επιχείρηση εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να ενισχύσει τους ελέγχους για συμμετοχή μη πολιτών στις εκλογές, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προβάλλει ως προτεραιότητα την προστασία της εκλογικής ακεραιότητας. Παράλληλα, οι υποθέσεις τροφοδοτούν τη διαφωνία με τις αρχές της Καλιφόρνιας για την ακρίβεια των στοιχείων και τον τρόπο επαλήθευσης της υπηκοότητας.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει ζητήσει ελέγχους για περίπου 20.000 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους που θεωρεί ότι ενδέχεται να μην είναι πολίτες. Η πολιτεία αμφισβητεί την αξιοπιστία των ομοσπονδιακών εκτιμήσεων και ζητεί σαφή τεκμηρίωση της μεθοδολογίας. Η ύπαρξη προσώπων σε κατάλογο προς έλεγχο δεν αποτελεί απόδειξη παράνομης εγγραφής ή ψήφου, ενώ οι διασταυρώσεις αρχείων μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα όταν δεν αποτυπώνουν μεταγενέστερη πολιτογράφηση. Το Reuters επισημαίνει επίσης ότι οι διαθέσιμες μελέτες χαρακτηρίζουν την ψήφο μη πολιτών εξαιρετικά σπάνια.
Μια ακόμη προσωπική διάσταση προκύπτει από την περίπτωση της Αμάντιπ Καούρ. Ο σύζυγός της, Κουλβίντερ Σινγκ, δήλωσε ότι η ίδια δυσκολεύεται με τα αγγλικά και ότι είχε δώσει τη γραπτή εξέταση για άδεια οδήγησης στα χίντι. Υποστήριξε ότι δεν γνωρίζουν πώς έγινε η εγγραφή της στους εκλογικούς καταλόγους και ότι το ψηφοδέλτιο που επέστρεψε το 2024 το εξέλαβαν ως έντυπο εγγραφής. Πρόκειται για την εξήγηση της οικογένειας, η οποία θα αξιολογηθεί μαζί με τα στοιχεία που επικαλείται η κατηγορούσα αρχή.
Οι διαφορετικές αυτές περιπτώσεις δείχνουν γιατί η διερεύνηση απαιτεί εξατομικευμένη εξέταση. Η κυβέρνηση αποδίδει εν γνώσει παραβάσεις, ενώ ορισμένοι κατηγορούμενοι επικαλούνται άγνοια της εγγραφής, παρανόηση εγγράφων ή λανθασμένη αντίληψη για την υπηκοότητά τους. Το εάν κάποια από αυτές τις εξηγήσεις επιβεβαιώνεται και ποια νομική σημασία έχει αποτελούν ζητήματα που πρέπει να κριθούν σε κάθε υπόθεση ξεχωριστά.
Ως προς την πολιτογράφηση, χρειάζεται επίσης μια ουσιαστική διευκρίνιση. Ο γενικός κανόνας προβλέπει τουλάχιστον πέντε χρόνια νόμιμης μόνιμης διαμονής, μαζί με τις υπόλοιπες απαιτήσεις. Η δυνατότητα αίτησης με βάση τριετία αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες, κυρίως συζύγους Αμερικανών πολιτών που πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις. Δεν ισχύει γενικά για κάθε κάτοχο πράσινης κάρτας.
Η συνέχεια των υποθέσεων θα κριθεί από τα εκλογικά αρχεία, τα έγγραφα πολιτογράφησης, τις καταθέσεις και την απόδειξη των στοιχείων κάθε αποδιδόμενου αδικήματος. Οι κατηγορίες δεν αποτελούν καταδίκες, όπως και οι συγκεκριμένες διώξεις δεν αποδεικνύουν από μόνες τους εκτεταμένη εκλογική απάτη. Για τους εμπλεκομένους, όμως, το διακύβευμα είναι ήδη μεγάλο, καθώς η προσπάθεια απόκτησης υπηκοότητας έχει μετατραπεί σε δικαστική αναμέτρηση με πιθανές ποινικές και μεταναστευτικές συνέπειες.