Υπάρχει κάτι αβάσταχτο στην εικόνα ανθρώπων που πηγαίνουν στην εκκλησία για να αποχαιρετήσουν έναν νεκρό και δεν επιστρέφουν ποτέ στα σπίτια τους. Που στέκονται δίπλα σε ένα φέρετρο, προσπαθώντας να παρηγορήσουν μια οικογένεια, και μέσα σε λίγα λεπτά οι δικές τους οικογένειες χρειάζονται παρηγοριά. Στον ελληνορθόδοξο ναό του Χαμούντ, στην περιοχή του Κεράκ της Ιορδανίας, η εξόδιος ακολουθία έγινε τόπος αιματοχυσίας. Στις 23 Οκτωβρίου, ένοπλοι επιτέθηκαν στους συγκεντρωμένους πιστούς, αφήνοντας επτά νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Οι αρχές χαρακτήρισαν την επίθεση τρομοκρατική, ενώ η έρευνα για τις διασυνδέσεις των δραστών συνεχιζόταν. Πίσω από τον απολογισμό υπάρχουν άνθρωποι που βγήκαν από το σπίτι για να συμπαρασταθούν στον πόνο και έγιναν οι ίδιοι ο πόνος.
Αυτή είναι η πραγματικότητα που καμία διπλωματική διατύπωση δεν μπορεί να εξημερώσει. Άνθρωποι δολοφονήθηκαν μέσα στον χώρο όπου είχαν καταφύγει για προσευχή και παρηγοριά. Εκεί όπου ο άνθρωπος αφήνει για λίγο τις άμυνές του. Εκεί όπου ο ηλικιωμένος στηρίζεται στο στασίδι, ο συγγενής σκουπίζει τα μάτια του και ο ιερέας μιλά για ανάσταση. Η τρομοκρατία εισβάλλει σε αυτήν ακριβώς την ευάλωτη στιγμή, για να υποβάλει στους επιζώντες την πιο απάνθρωπη σκέψη. Ότι ούτε μπροστά στην Αγία Τράπεζα δικαιούνται να αισθάνονται ασφαλείς.
Η πληγή της Δαμασκού παραμένει ανοιχτή. Στις 22 Ιουνίου 2025, η επίθεση αυτοκτονίας στον ελληνορθόδοξο ναό του Προφήτη Ηλία στοίχισε τη ζωή σε 25 ανθρώπους και τραυμάτισε δεκάδες άλλους. Δύο διαφορετικές χώρες, δύο εκκλησίες, δύο κοινότητες που βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον τρόμο μέσα στην προσευχή τους. Δεν χρειάζεται να εφευρίσκουμε κοινή επιχειρησιακή καθοδήγηση για να αναγνωρίζουμε το κοινό ανθρώπινο τραύμα. Η πίστη γίνεται αφορμή φόβου εκεί όπου θα έπρεπε να είναι πηγή ελευθερίας.
Η έκταση του προβλήματος δεν επιτρέπει τον εφησυχασμό. Σύμφωνα με τη World Watch List 2026 της Open Doors, περισσότεροι από 388 εκατομμύρια χριστιανοί αντιμετωπίζουν υψηλά επίπεδα διώξεων και διακρίσεων εξαιτίας της πίστης τους. Η οργάνωση καταγράφει 4.849 θανάτους που συνδέει με τη χριστιανική πίστη κατά την περίοδο αναφοράς της. Πρόκειται για στοιχεία συγκεκριμένης ερευνητικής καταγραφής, πίσω από τα οποία βρίσκεται μια συντριπτική πραγματικότητα. Οικογένειες που διαλύονται, κοινότητες που συρρικνώνονται, άνθρωποι που μαθαίνουν να κρύβουν αυτό που είναι για να επιβιώσουν.
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα χρειάζεται καθαρή γλώσσα και καθαρή συνείδηση. Ο ισλαμιστικός εξτρεμισμός πρέπει να κατονομάζεται όταν τεκμηριώνεται. Η ιδεολογία που μετατρέπει τον αλλόθρησκο σε υποψήφιο νεκρό δεν δικαιούται ούτε εξωραϊσμό ούτε δικαιολογίες. Χρειάζεται αντιμετώπιση των δικτύων της, των χρηματοδοτών της και εκείνων που στρατολογούν ανθρώπους για να σκοτώνουν στο όνομα του Θεού. Αλλά η ευθύνη έχει συγκεκριμένους φορείς. Δεν μεταβιβάζεται συλλογικά σε εκατομμύρια μουσουλμάνους, πολλοί από τους οποίους ζουν και οι ίδιοι υπό την απειλή της ίδιας βαρβαρότητας.
Η Ιορδανία έδωσε μια ουσιαστική απάντηση σε όσους θα ήθελαν να μετατρέψουν το έγκλημα σε θρησκευτικό εμφύλιο. Κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος, ενώ ο Μεγάλος Μουφτής καταδίκασε την επίθεση και τόνισε το απαραβίαστο της ζωής των χριστιανών, όπως και των μουσουλμάνων. Αυτή η στάση έχει σημασία. Το πένθος μιας χριστιανικής κοινότητας αναγνωρίστηκε ως πένθος ολόκληρης της χώρας. Αυτό ακριβώς πολεμά ο τρομοκράτης. Τη δυνατότητα των ανθρώπων να αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλο έναν συμπολίτη και έναν αδελφό.
Και η Ευρώπη; Το ερώτημα πρέπει να τεθεί με αυστηρότητα, αλλά και με εντιμότητα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καταδίκασε ρητά την τρομοκρατική επίθεση στη Δαμασκό και αναφέρθηκε ξεκάθαρα στη βία κατά των χριστιανών. Επομένως, η κατηγορία ότι δεν αρθρώνει ποτέ λέξη δεν ευσταθεί. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι ακολουθεί μετά τις λέξεις. Ποιος παρακολουθεί την προστασία των κοινοτήτων όταν αποχωρήσουν οι τηλεοπτικές κάμερες; Ποιος απαιτεί αποτελέσματα στις έρευνες; Ποιος φροντίζει ώστε η επόμενη λειτουργία να μη γίνεται με τον φόβο της επόμενης επίθεσης;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει πλέον και ειδική απεσταλμένη για την προώθηση της θρησκευτικής ελευθερίας εκτός των συνόρων της, τη Mairead McGuinness, η οποία διορίστηκε τον Μάρτιο του 2026. Η ύπαρξη του αξιώματος δημιουργεί συγκεκριμένη ευθύνη. Χρειάζεται διαρκής παρουσία, δημόσια λογοδοσία και μετρήσιμο έργο. Οι διωκόμενοι δεν μπορούν να προστατευθούν με έναν τίτλο σε ένα οργανόγραμμα. Χρειάζονται ανθρώπους που θα επιμένουν όταν η υπόθεσή τους παύει να είναι είδηση.
Μια Ευρώπη που θέλει να μιλά πειστικά για ανθρώπινα δικαιώματα οφείλει να ενσωματώνει τη θρησκευτική ελευθερία στις πραγματικές της προτεραιότητες. Να ζητά προστασία των ναών και των κοινοτήτων. Να στηρίζει τους επιζώντες. Να απαιτεί έρευνες και δικαιοσύνη. Να αντιμετωπίζει την ατιμωρησία ως σοβαρό ζήτημα στις σχέσεις της με τρίτες χώρες. Η αλληλεγγύη αποκτά περιεχόμενο όταν δεσμεύει πόρους, επιβάλλει επιμονή και αναλαμβάνει πολιτικό κόστος. Διαφορετικά, κινδυνεύει να εξαντληθεί σε ένα αρχείο ανακοινώσεων που μεγαλώνει μαζί με τον κατάλογο των θυμάτων.
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη δοκιμασία, μέσα στην ίδια την ευρωπαϊκή κοινωνία. Η σχέση της με τη χριστιανική της κληρονομιά. Εδώ χρειάζεται διάκριση. Η εγκατάλειψη ενός ναού δεν είναι το ίδιο γεγονός με τη δολοφονία ενός πιστού. Η αποχώρηση από μια Εκκλησία αποτελεί δικαίωμα, ενώ ο διωγμός αποτελεί καταπάτηση δικαιώματος. Αν τα συγχέουμε, αδικούμε και τους νεκρούς και την αλήθεια. Μπορούμε, ωστόσο, να αναρωτηθούμε τι χάνει μια κοινωνία όταν παύει να κατανοεί τους χώρους, τα σύμβολα και τη γλώσσα που συνόδευσαν επί αιώνες τις πιο βαθιές στιγμές της ζωής της.
Ένας ναός είναι χώρος λατρείας, αλλά και ζωντανή μνήμη ανθρώπων. Εκεί κάποιοι βαπτίστηκαν, κάποιοι ενώθηκαν με το μυστήριο του γάμου, κάποιοι αποχαιρέτησαν τους γονείς τους. Εκεί βρέθηκε ένα χέρι βοηθείας, οργανώθηκε μια προσφορά, ακούστηκε μια λέξη παρηγοριάς. Η προστασία αυτής της κληρονομιάς αφορά και όσους δεν πιστεύουν. Μια κοινωνία μπορεί να είναι ελεύθερη και πολυφωνική, γνωρίζοντας ταυτόχρονα από πού έρχεται. Η ανεξιθρησκία δεν προϋποθέτει ιστορική αμνησία.
Ούτε, όμως, επιτρέπεται στις εκκλησιαστικές ηγεσίες να αποδίδουν κάθε απώλεια στην εποχή, στην πολιτική ή στους άλλους. Στη Γερμανία, οι επίσημες καθολικές στατιστικές κατέγραψαν 307.117 αποχωρήσεις το 2025. Ένας τέτοιος αριθμός απαιτεί αυτοεξέταση. Όπου υπήρξε συγκάλυψη κακοποίησης, διοικητική αλαζονεία ή αδιαφορία για τον ανθρώπινο πόνο, απαιτούνται αλήθεια, δικαιοσύνη και αλλαγή. Καμία καταγγελία της κοινωνικής παρακμής δεν απαλλάσσει την Εκκλησία από την ευθύνη της δικής της μαρτυρίας. Η εμπιστοσύνη αποκαθίσταται με έργα που αντέχουν στο φως.
Το ίδιο καθαρά πρέπει να ειπωθεί ότι ο μουσουλμάνος που χτίζει νόμιμα τον χώρο της προσευχής του δεν ευθύνεται για τον χριστιανό που εγκαταλείπει τον δικό του. Η πίστη δεν ανασταίνεται με τον φθόνο απέναντι στην πίστη του άλλου. Ανασταίνεται μέσα στη ζωή της κοινότητας, στη φροντίδα του αδύναμου, στην παρουσία κοντά στον νέο που αμφιβάλλει και στον ηλικιωμένο που έμεινε μόνος. Ένας ναός χρειάζεται στέγη που να μη στάζει. Χρειάζεται, όμως, και ανθρώπους που να αισθάνονται ότι μέσα του μπορούν να ακουστούν.
Για εμάς τους Ορθοδόξους, ο πόνος του Χαμούντ έχει και την οικειότητα της κοινής προσευχής. Αναγνωρίζουμε την εξόδιο ακολουθία, τις εικόνες, το κερί, την προσδοκία της Αναστάσεως. Αυτή η συγγένεια βαθαίνει την ευθύνη μας. Δεν μας δίνει δικαίωμα να περιορίσουμε τη συμπόνια μας. Μας καλεί να την κάνουμε πράξη. Να στηρίξουμε τις πληγωμένες κοινότητες, να απαιτήσουμε την προστασία τους, να κρατήσουμε τη μνήμη των θυμάτων ζωντανή πέρα από τη συγκίνηση μιας ημέρας.
Και στην Ελλάδα, οι ανοιχτές πόρτες των εκκλησιών δεν πρέπει να μας αποκοιμίζουν. Η παράδοση δεν κληρονομείται αυτόματα επειδή υπάρχουν καμπαναριά στον ορίζοντα. Χρειάζεται μετάδοση, συμμετοχή και βίωμα. Χρειάζεται οικογένειες που θα μιλήσουν στα παιδιά τους, ενορίες που θα τα υποδεχθούν και ποιμένες που θα βρίσκονται δίπλα στους ανθρώπους τους. Ό,τι αγαπάμε οφείλουμε και να το υπηρετούμε. Η επίκληση των ριζών μας έχει αξία όταν αυτές εξακολουθούν να τρέφουν τη ζωή μας.
Οι άνθρωποι που χάθηκαν στο Χαμούντ δεν επέλεξαν να γίνουν σύμβολα. Είχαν πάει να σταθούν δίπλα σε μια οικογένεια που πενθούσε. Αυτή η απλή ανθρώπινη πράξη είναι που κάνει το έγκλημα ακόμη πιο οδυνηρό. Τους οφείλουμε δικαιοσύνη. Στους τραυματίες οφείλουμε φροντίδα. Στους επιζώντες οφείλουμε ασφάλεια. Και σε όλους μαζί οφείλουμε κάτι που δεν χωρά σε ένα τυπικό συλλυπητήριο. Την απόφαση να μη συνηθίσουμε ποτέ την ιδέα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να πληρώνει με τη ζωή του το δικαίωμα να προσεύχεται.
GEORGE A.