Με μια νέα, αιχμηρή παρέμβαση για την ακρίβεια και την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της υψηλής έμμεσης φορολογίας, ζητώντας ουσιαστικές μειώσεις στους φόρους των καυσίμων, στον ΦΠΑ και στο ενεργειακό κόστος. Παράλληλα, ασκεί ευθεία κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διατηρεί υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις προκειμένου να εξασφαλίζει μεγάλα δημοσιονομικά πλεονάσματα, αντί να αξιοποιεί τα διαθέσιμα περιθώρια για την ανακούφιση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Η παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού δεν περιορίζεται σε μια γενική καταγγελία για το αυξημένο κόστος ζωής. Αντιθέτως, περιλαμβάνει συγκεκριμένες φορολογικές προτάσεις, τις οποίες συνδέει με μια διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο του κράτους στην οικονομία. Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του βρίσκεται η θέση ότι η ακρίβεια δεν αποτελεί αποκλειστικά συνέπεια των διεθνών οικονομικών και γεωπολιτικών εξελίξεων, αλλά επηρεάζεται ουσιαστικά και από τις αποφάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης.
«Η ακρίβεια δεν είναι μόνο αποτέλεσμα διεθνών εξελίξεων. Είναι και ζήτημα κυβερνητικής πολιτικής», τονίζει ο Αντώνης Σαμαράς, κατηγορώντας την κυβέρνηση Μητσοτάκη ότι δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις πληθωριστικές πιέσεις. Μάλιστα, χαρακτηρίζει την κυβερνητική οικονομική προσέγγιση «διαχειριστική» και «νεοφιλελεύθερη», υποστηρίζοντας ότι η διατήρηση της υψηλής φορολογίας συμβάλλει στη δημιουργία υπερπλεονασμάτων και στη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ.
Πρόκειται για μια πολιτική τοποθέτηση με ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο των διεθνών ανατιμήσεων στο πεδίο των εθνικών οικονομικών επιλογών και των δημοσιονομικών προτεραιοτήτων. Κατά την άποψή του, το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί αυξάνονται οι τιμές, αλλά και γιατί η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει περισσότερο στη φορολογία, ώστε να περιορίσει την επιβάρυνση που φτάνει στον τελικό καταναλωτή.
Ο Αντώνης Σαμαράς αντιπαραθέτει στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης την αντίληψη του κοινωνικού φιλελευθερισμού, την οποία επικαλείται ως βασικό στοιχείο της δικής του πολιτικής φιλοσοφίας. Όπως επισημαίνει, η ελεύθερη οικονομία δεν αποκλείει την κρατική παρέμβαση, ιδιαίτερα όταν η αγοραστική δύναμη των πολιτών περιορίζεται και οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένο λειτουργικό κόστος.
«Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός, στον οποίο εγώ πιστεύω, απαιτεί παρέμβαση του κράτους για την ανακούφιση νοικοκυριών κι επιχειρήσεων. Κι αυτή είναι ουσιαστική πολιτική διαφορά», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Με τη διατύπωση αυτή, ο πρώην πρωθυπουργός επιδιώκει να αναδείξει μια διαφορετική προσέγγιση στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην άμεση φορολογική ελάφρυνση. Η θέση του είναι ότι η δημοσιονομική σταθερότητα και η κοινωνική προστασία δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αλληλοαποκλειόμενοι στόχοι.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στο κόστος των καυσίμων, το οποίο επηρεάζει άμεσα τόσο τις μετακινήσεις των πολιτών όσο και την παραγωγή, τις μεταφορές και τη διανομή αγαθών. Σύμφωνα με τον Αντώνη Σαμαρά, ένα σημαντικό μέρος της τελικής τιμής της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης προκύπτει από τη φορολογική επιβάρυνση και όχι αποκλειστικά από την αξία του ίδιου του καυσίμου.
«Πάνω από το μισό που πληρώνετε στο βενζινάδικο είναι φόρος στα καύσιμα. Δεν πληρώνετε “πετρέλαιο”, πληρώνετε φόρο στο πετρέλαιο», υποστηρίζει, χρησιμοποιώντας μια χαρακτηριστική διατύπωση για να περιγράψει το βάρος των έμμεσων φόρων.
Στο επίκεντρο της πρότασής του βρίσκεται η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στην αμόλυβδη βενζίνη, ο οποίος στην Ελλάδα ανέρχεται σε 70 λεπτά ανά λίτρο. Ο πρώην πρωθυπουργός αντιπαραβάλλει το ποσό αυτό με το ευρωπαϊκό ελάχιστο επίπεδο, το οποίο διαμορφώνεται περίπου στα 36 λεπτά ανά λίτρο, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει σημαντικό περιθώριο φορολογικής αποκλιμάκωσης.
Η διαφορά ανάμεσα στα δύο ποσά αποτελεί βασικό στοιχείο της επιχειρηματολογίας του. Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα έχει επιλέξει να διατηρεί τη φορολογία της βενζίνης αισθητά υψηλότερα από το ελάχιστο που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που επιτρέπει στην κυβέρνηση, εφόσον το αποφασίσει, να προχωρήσει σε μειώσεις.
Η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τη λιανική τιμή των καυσίμων, υπό την προϋπόθεση ότι το φορολογικό όφελος θα μεταφερθεί στους καταναλωτές. Παράλληλα, μια τέτοια παρέμβαση θα είχε δημοσιονομικό κόστος, το οποίο θα εξαρτιόταν από το ύψος της μείωσης και τις ποσότητες καυσίμων που καταναλώνονται.
Ο Αντώνης Σαμαράς ζητεί επίσης μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα, ο οποίος σήμερα εφαρμόζεται με τον κανονικό συντελεστή του 24%. Επικαλείται το γενικό ελάχιστο όριο ΦΠΑ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι 15%, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν δυνατότητες περαιτέρω περιορισμού της φορολογικής επιβάρυνσης.
Ωστόσο, η δυνατότητα μείωσης του ΦΠΑ σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων καθορίζεται από ειδικότερους ευρωπαϊκούς κανόνες. Επομένως, η αναφορά στο γενικό ελάχιστο ποσοστό του 15% δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει ποια ακριβώς μείωση μπορεί να εφαρμοστεί στα καύσιμα. Το ζήτημα απαιτεί εξειδικευμένη νομική και δημοσιονομική αξιολόγηση.
Πέρα από τη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης, ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται και στην ανάγκη μείωσης του κόστους του ηλεκτρικού ρεύματος, επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή ακρίβεια αποτελεί σημαντικό παράγοντα επιβάρυνσης για τα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Στη συγκεκριμένη παρέμβαση, πάντως, δεν παρουσιάζει αναλυτικά τα μέτρα με τα οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί μια τέτοια μείωση.
Η δεύτερη μεγάλη ενότητα των προτάσεών του αφορά τη γενικότερη αποκλιμάκωση του ΦΠΑ. Ο Αντώνης Σαμαράς ζητεί να μειωθεί ο ανώτατος συντελεστής από το 24% στο 23%, επαναφέροντας το ποσοστό που ίσχυε κατά την περίοδο της δικής του διακυβέρνησης.
Η πρόταση αυτή αφορά ένα ευρύ φάσμα αγαθών και υπηρεσιών και, εφόσον εφαρμοζόταν, θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό της φορολογικής επιβάρυνσης των καταναλωτών. Το πραγματικό αποτέλεσμα στις τελικές τιμές θα εξαρτιόταν, ωστόσο, από τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και τις συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά.
Παράλληλα, ο πρώην πρωθυπουργός εισηγείται τη μεταφορά περισσότερων προϊόντων και υπηρεσιών από τον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ στον μειωμένο συντελεστή 13%, δίνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την εστίαση.
Η αναφορά στον συγκεκριμένο κλάδο δεν είναι τυχαία. Η εστίαση αποτελεί σημαντικό τμήμα της ελληνικής μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, ενώ συνδέεται άμεσα με την τουριστική δραστηριότητα και την απασχόληση. Η φορολογική της επιβάρυνση επηρεάζει τόσο τη λειτουργία των επιχειρήσεων όσο και τις τιμές που καταβάλλουν οι καταναλωτές.
Χρειάζεται, πάντως, να διευκρινιστεί ότι δεν υπάγονται σήμερα όλες οι υπηρεσίες εστίασης στον συντελεστή 24%. Για διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών ισχύουν ήδη διαφορετικοί συντελεστές. Συνεπώς, η πρόταση του Αντώνη Σαμαρά θα πρέπει να εξειδικευτεί ως προς τις επιμέρους κατηγορίες που επιδιώκει να εντάξει στο 13%.
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ο πρώην πρωθυπουργός είναι η εμπειρία της περιόδου κατά την οποία ο ίδιος βρισκόταν στην πρωθυπουργία. Υποστηρίζει ότι αντίστοιχες φορολογικές παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν σε συνθήκες πολύ δυσκολότερες από τις σημερινές, όταν η ελληνική οικονομία βρισκόταν υπό καθεστώς μνημονιακής εποπτείας.
«Κάποιοι μας λένε ότι αυτά δεν μπορούν να γίνουν. Κι εγώ σας λέω ότι μπορούν να γίνουν. Τα έκανα όταν ήμασταν στην κυβέρνηση», δηλώνει, υπενθυμίζοντας τις δημοσιονομικές πιέσεις που αντιμετώπιζε τότε η χώρα.
Ο Αντώνης Σαμαράς επισημαίνει ότι εκείνη την περίοδο υπήρχαν μνημόνια, δημοσιονομικά ελλείμματα και περιορισμοί από την τρόικα, ενώ σήμερα, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, η χώρα διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια άσκησης οικονομικής πολιτικής.
Μάλιστα, υποστηρίζει ότι οι φορολογικές μειώσεις που εφαρμόστηκαν κατά τη δική του διακυβέρνηση δεν προκάλεσαν απώλεια δημοσίων εσόδων, αλλά συνοδεύτηκαν από αύξησή τους.
Η συγκεκριμένη θέση αποτελεί μέρος της πολιτικής επιχειρηματολογίας του πρώην πρωθυπουργού. Η αποτίμησή της απαιτεί συνεκτίμηση των οικονομικών συνθηκών της εποχής, των μεταβολών στην κατανάλωση και των υπόλοιπων παραγόντων που επηρέασαν τα κρατικά έσοδα. Αντίστοιχα, η εφαρμογή φορολογικών μειώσεων σήμερα δεν εγγυάται αυτομάτως ότι θα προκύψουν τα ίδια δημοσιονομικά αποτελέσματα.
Πέρα από τις τεχνικές παραμέτρους των προτάσεων, η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά αναδεικνύει μια ουσιαστική πολιτική διαφωνία για τον τρόπο αξιοποίησης των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας.
Ο πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα στη δημιουργία υψηλών πλεονασμάτων και στη μείωση του δημόσιου χρέους, ενώ θα μπορούσε να διαθέσει μεγαλύτερο μέρος των δημοσιονομικών περιθωρίων για τη μείωση των έμμεσων φόρων.
Από την άλλη πλευρά, η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων συνδέεται με την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, τη δημοσιονομική αξιοπιστία και την ανάγκη χρηματοδότησης των κρατικών υποχρεώσεων. Κάθε αλλαγή στη φορολογική πολιτική προϋποθέτει, επομένως, αξιολόγηση των επιπτώσεών της στα δημόσια οικονομικά.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν μπορούν να συνδυαστούν η δημοσιονομική σταθερότητα με μια πιο ουσιαστική ελάφρυνση των πολιτών από τους έμμεσους φόρους. Η απάντηση εξαρτάται από το εύρος των παρεμβάσεων, το κόστος τους, τις δυνατότητες αναπλήρωσης των εσόδων και την πραγματική επίδρασή τους στην αγορά.
Στην πολιτική του διάσταση, ο Αντώνης Σαμαράς επιχειρεί να παρουσιάσει την ακρίβεια ως πεδίο στο οποίο αποτυπώνονται διαφορετικές οικονομικές αντιλήψεις. Η δική του πρόταση στηρίζεται στην ενεργότερη κρατική παρέμβαση μέσω της φορολογίας, με στόχο τη μείωση του κόστους ζωής και την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Ταυτόχρονα, η κριτική του προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της πολιτικής διαδρομής του πρώην πρωθυπουργού και της θέσης που έχει διαδραματίσει στον χώρο της κεντροδεξιάς. Η αναφορά του στον κοινωνικό φιλελευθερισμό δεν αποτελεί απλώς έναν οικονομικό όρο, αλλά και μια προσπάθεια να προσδιορίσει τις πολιτικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίζει τη διαφωνία του.
Η παρέμβασή του επαναφέρει επίσης στο δημόσιο διάλογο ένα διαχρονικό ερώτημα για την ελληνική οικονομία. Πόσο από το κόστος της καθημερινής κατανάλωσης οφείλεται στις διεθνείς τιμές και πόσο στη φορολογία που επιβάλλει το κράτος; Και, κυρίως, ποιο μέρος αυτής της επιβάρυνσης μπορεί να περιοριστεί χωρίς να δημιουργηθούν νέα δημοσιονομικά προβλήματα;
Οι προτάσεις για τα καύσιμα, τον ΦΠΑ και την ενέργεια αποτελούν συγκεκριμένη βάση για μια τέτοια συζήτηση. Για να αποτιμηθούν πλήρως, χρειάζεται να συνοδευτούν από αναλυτική κοστολόγηση, σαφή προσδιορισμό των φορολογικών αλλαγών και εκτίμηση της επίδρασής τους στις τελικές τιμές.
«Τα έκανα σε πολύ χειρότερες συνθήκες. Και μπορούν να γίνουν ξανά», καταλήγει ο Αντώνης Σαμαράς, συνοψίζοντας την κεντρική θέση της παρέμβασής του.
Με τη νέα δημόσια τοποθέτησή του, ο πρώην πρωθυπουργός θέτει ευθέως το ζήτημα της φορολογικής πολιτικής ως μέσου αντιμετώπισης της ακρίβειας και αμφισβητεί τις προτεραιότητες της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η συζήτηση που ανοίγει αφορά όχι μόνο το ύψος των φόρων, αλλά και τη δυνατότητα της οικονομικής πολιτικής να εξισορροπήσει την ανάγκη δημοσιονομικής σταθερότητας με την προστασία της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.