Η ανάσα που πήρε το γαλλικό ομόλογο τις τελευταίες ημέρες δεν ήταν αρκετή για να βγάλει το ευρώ από τη ζώνη πίεσης. Παρά τα πρώτα μέτρα της γαλλικής κυβέρνησης για τον περιορισμό του ελλείμματος, που οδήγησαν σε μερική αποκλιμάκωση της διαφοράς απόδοσης με τη Γερμανία, το κοινό νόμισμα εξακολουθεί να κινείται κάτω από το 1,12 δολάριο, πολύ κοντά στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαεπτά μηνών. Το μήνυμα των αγορών είναι σαφές. Η κρίση εμπιστοσύνης δεν έχει λήξει, απλώς έχει περάσει σε φάση αναμονής.
Το spread του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού υποχώρησε κοντά στις 134 μονάδες βάσης, μακριά από την κορυφή των σχεδόν 160 μονάδων που είχε αγγίξει στις αρχές Οκτωβρίου, όταν η διαφορά βρέθηκε στα υψηλότερα επίπεδα από την ευρωπαϊκή κρίση χρέους. Η αποκλιμάκωση όμως είναι εύθραυστη, και οι επενδυτές γνωρίζουν ότι αρκεί μία πολιτική αναταραχή στη γαλλική Εθνοσυνέλευση για να ανοίξει ξανά η ψαλίδα.
Ένας διπλός πολιτικός κίνδυνος
Το ευρώ βρίσκεται αντιμέτωπο με κάτι που οι αγορές δεν είχαν δει εδώ και χρόνια. Δύο από τις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης περνούν ταυτόχρονα πολιτική δοκιμασία. Στο Παρίσι η δημοσιονομική κρίση βαθαίνει, ενώ στη Μαδρίτη ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου, μετά την απόρριψη των στεγαστικών του διαταγμάτων από τη Βουλή.
Η ανακοίνωση των ισπανικών εκλογών στις 5 Οκτωβρίου έσπρωξε το ευρώ στο 1,1161 δολάριο, το χαμηλότερο σημείο από τον Μάιο του 2025. Από την αρχή της χρονιάς το κοινό νόμισμα έχει χάσει πάνω από 7% από την κορυφή του.
Το πρόβλημα για τους επενδυτές δεν είναι μόνο η ισοτιμία. Είναι κυρίως ο φόβος ότι η πολιτική αστάθεια θα μετατραπεί σε παρατεταμένη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα, ανεβάζοντας το κόστος δανεισμού και στενεύοντας τα περιθώρια των κυβερνήσεων.
Η Γαλλία στην καρδιά της ανησυχίας
Η μεγαλύτερη πηγή κινδύνου παραμένει η Γαλλία. Το δημόσιο χρέος της αναμένεται να ξεπεράσει το 122% του ΑΕΠ, το έλλειμμα κινείται πάνω από το 5% και η πολιτική συνεννόηση μοιάζει δύσκολη. Ο νέος προϋπολογισμός του 2027 στοχεύει στη μείωση του ελλείμματος από το 5,4% στο 5%, όμως οι αγορές δεν πείθονται εύκολα. Οι κοινοβουλευτικές αντιστάσεις και η σκιά των προεδρικών εκλογών της άνοιξης του 2027 κάνουν κάθε μέτρο λιτότητας πολιτικά ακριβό.
Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου πλησίασε στις αρχές του μήνα το 5%, επίπεδο που είχε να φανεί πάνω από δύο δεκαετίες. Οι ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας για το 2027 φτάνουν σε επίπεδο ρεκόρ, πάνω από 339 δισεκατομμύρια ευρώ. Με άλλα λόγια, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης θα χρειαστεί να δανειστεί περισσότερα από ποτέ, τη στιγμή που οι επενδυτές ζητούν όλο και υψηλότερη ανταμοιβή για να της δανείσουν.
Η διεύρυνση του spread έχει γι’ αυτό ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει ότι οι αγορές αμφισβητούν την ικανότητα του Παρισιού να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά του. Και επειδή η Γαλλία δεν είναι περιφερειακή χώρα αλλά βασικός πυλώνας της Ευρωζώνης, η ανησυχία δεν μένει εντός συνόρων. Οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων αποτελούν σημείο αναφοράς για τον δανεισμό τραπεζών και επιχειρήσεων, και οι πιέσεις έχουν ήδη αρχίσει να αγγίζουν την Ιταλία και το Βέλγιο.
Η Ισπανία ανοίγει δεύτερο μέτωπο
Η Ισπανία εμφανίζει διαφορετική εικόνα. Η οικονομία της υπήρξε τα τελευταία χρόνια μία από τις πιο δυναμικές της Ευρωζώνης, και το spread των ισπανικών ομολόγων παραμένει γύρω στις 65 μονάδες βάσης, λιγότερο από το μισό του γαλλικού. Οι αγορές αντέδρασαν σχετικά ήπια στην προκήρυξη των εκλογών, καθώς το ενδεχόμενο συζητούνταν εδώ και καιρό.
Ωστόσο οι κάλπες ανοίγουν ερωτήματα για τη σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής και τη δυνατότητα σχηματισμού βιώσιμης κυβέρνησης. Τα κινήματα διαμαρτυρίας για τη στεγαστική κρίση έδειξαν πόσο δύσκολη είναι η προώθηση μεταρρυθμίσεων ακόμη και σε μια οικονομία που αναπτύσσεται. Όταν μάλιστα η αβεβαιότητα συμπίπτει με δημοσιονομικές αναταράξεις σε μια άλλη μεγάλη χώρα, το αποτέλεσμα για το ευρώ πολλαπλασιάζεται.
Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι οι ισπανικές εκλογές θα επηρεάσουν σημαντικά το νόμισμα μόνο σε περίπτωση απρόσμενων αποτελεσμάτων και δύσκολων κυβερνητικών συμμαχιών. Το κύριο βάρος μένει στο Παρίσι.
Το όριο του 1,10 δολαρίου
Οι αγορές εξετάζουν πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο νέας υποχώρησης. Ο Κρις Τέρνερ της ING εκτιμά ότι η αδυναμία του ευρώ αντανακλά αυξημένο ασφάλιστρο κινδύνου λόγω της δημοσιονομικής επιδείνωσης και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο κίνησης προς το 1,10 δολάριο. Υπολογισμοί της αγοράς δείχνουν ότι κάθε επιπλέον διεύρυνση του γαλλογερμανικού spread κατά 10 μονάδες βάσης αντιστοιχεί σε πτώση περίπου 0,4% της ισοτιμίας.
Η JPMorgan θεωρεί ότι το ευρώ δεν έχει ενσωματώσει πλήρως τους κινδύνους της γαλλικής αγοράς ομολόγων και βλέπει περιθώρια περαιτέρω υποχώρησης έναντι του ελβετικού φράγκου. Η Commerzbank, αντίθετα, δίνει βάρος στην ανθεκτικότητα των γερμανικών ομολόγων. Όσο αυτά παραμένουν θωρακισμένα, εκτιμά, περιορίζεται ο κίνδυνος γενικευμένης κατάρρευσης του κοινού νομίσματος.
Η δύσκολη ισορροπία της ΕΚΤ
Στην εξίσωση μπαίνει και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η άνοδος των αποδόσεων ανεβάζει το κόστος δανεισμού σε όλη την Ευρωζώνη, ενώ ο πληθωρισμός και η ακριβή ενέργεια περιορίζουν τις επιλογές της. Οι προσδοκίες για νέες αυξήσεις επιτοκίων έχουν ήδη υποχωρήσει αισθητά μέσα στις τελευταίες εβδομάδες, κάτι που αφαιρεί από το ευρώ ένα σημαντικό στήριγμα.
Η Φρανκφούρτη βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια λεπτή ισορροπία. Πρέπει να προστατεύσει τη σταθερότητα των τιμών χωρίς να αφήσει την αναταραχή να μεταδοθεί στις αγορές κρατικού χρέους. Το εργαλείο προστασίας της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής υπάρχει, όμως η ενεργοποίησή του για μια χώρα με αδύναμη δημοσιονομική πορεία είναι πολιτικά και θεσμικά δύσκολη.
Τι σημαίνει για την πραγματική οικονομία
Η πτώση του ευρώ δεν αφορά μόνο τις αίθουσες συναλλαγών. Ένα ασθενέστερο νόμισμα ακριβαίνει τις εισαγωγές που τιμολογούνται σε δολάρια, κυρίως την ενέργεια και τις πρώτες ύλες, επιβαρύνοντας επιχειρήσεις και νοικοκυριά σε μια περίοδο που το ντίζελ βρίσκεται ήδη σε επίπεδα ρεκόρ. Από την άλλη, κάνει φθηνότερα τα ευρωπαϊκά προϊόντα για τους αγοραστές εκτός Ευρωζώνης και ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών.
Για την Ελλάδα η ισοτιμία έχει διπλή σημασία. Η χώρα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα ενεργειακά προϊόντα, την ίδια ώρα που ο τουρισμός και οι εξαγωγές αποτελούν βασικούς μοχλούς της οικονομίας της. Ένα φθηνότερο ευρώ μπορεί να κάνει πιο ελκυστικό τον ελληνικό προορισμό για Αμερικανούς επισκέπτες, ταυτόχρονα όμως ανεβάζει το κόστος παραγωγής και καθημερινής κατανάλωσης.
Το κρίσιμο ερώτημα
Το ζητούμενο επομένως δεν είναι μόνο πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει το ευρώ, αλλά πόσο γρήγορα Παρίσι και Μαδρίτη θα αποκαταστήσουν την πολιτική προβλεψιμότητα. Οι επόμενες εβδομάδες είναι γεμάτες ορόσημα, από τη συζήτηση του γαλλικού προϊσταμένου στη Βουλή και τις κρίσεις των οίκων αξιολόγησης μέχρι την ισπανική κάλπη στα τέλη Νοεμβρίου.
Ένας αξιόπιστος δημοσιονομικός συμβιβασμός στη Γαλλία θα μπορούσε να στενέψει το spread και να δώσει στο ευρώ χώρο ανάκαμψης. Μια νέα κυβερνητική εμπλοκή θα έκανε το 1,10 δολάριο από απειλή πραγματικότητα. Μέχρι τότε, κάθε πολιτική εξέλιξη στις δύο πρωτεύουσες θα συνεχίσει να γράφεται ταυτόχρονα στις οθόνες των συναλλάκτων, στην ισοτιμία και στα ευρωπαϊκά ομόλογα.