Στελέχη της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, από μεγάλους ομίλους μέχρι μικρότερες επιχειρήσεις κατασκευής drones, φέρονται να βρίσκονται στο στόχαστρο ρωσικών σχεδίων δολοφονίας, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times. Δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών προειδοποιούν για αυξημένο κίνδυνο στοχευμένων επιθέσεων, εκτιμώντας ότι η Μόσχα επιδιώκει να εκφοβίσει όσους στηρίζουν τον εξοπλισμό της Ουκρανίας και να αποδυναμώσει τη συνεργασία τους με το Κίεβο τους επόμενους μήνες.
Η εφημερίδα επικαλείται πληροφορίες από πέντε ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών, οι οποίες περιγράφουν διεύρυνση της απειλής. Στο επίκεντρο των προειδοποιήσεων βρίσκονται πλέον, πέρα από εγκαταστάσεις και υποδομές, οι ίδιοι οι άνθρωποι που διευθύνουν επιχειρήσεις κρίσιμες για την ουκρανική πολεμική προσπάθεια. Κατά το δημοσίευμα, το Κρεμλίνο έχει δώσει εντολή να επεκταθούν οι επιχειρήσεις δολιοφθοράς και άλλες υβριδικές ενέργειες στην Ευρώπη.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδιαφέρον για στελέχη εταιρειών που παράγουν μη επανδρωμένα αεροσκάφη και εξαρτήματά τους. Οι πιθανές απειλές δεν περιορίζονται στα γνωστά ονόματα της αμυντικής βιομηχανίας, αλλά αγγίζουν και μικρότερες επιχειρήσεις της παραγωγικής αλυσίδας. Στη Γερμανία, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος, η BfV, έχει εντατικοποιήσει τις επαφές με εταιρείες του κλάδου, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του αυξημένου κινδύνου.
Οι προειδοποιήσεις έχουν ήδη επηρεάσει την καθημερινότητα στελεχών. Αρκετοί επικεφαλής αμυντικών επιχειρήσεων δήλωσαν στους Financial Times, υπό τον όρο της ανωνυμίας, ότι κατά τους τελευταίους έξι μήνες ενίσχυσαν την προσωπική τους προστασία, ακολουθώντας συγκεκριμένες συστάσεις κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας. Άλλοι ανέφεραν ότι εφαρμόζουν πρόσθετα μέτρα όταν ταξιδεύουν στο εξωτερικό. Οι μαρτυρίες αυτές αποτυπώνουν την ανησυχία που προκαλούν οι ενημερώσεις των αρχών, χωρίς το δημοσίευμα να κατονομάζει τα πρόσωπα που έχουν προειδοποιηθεί.
Σύμφωνα με τις πηγές που επικαλείται η εφημερίδα, σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρχές έχουν εντοπίσει και αποτρέψει σχέδια επιθέσεων που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Σε άλλες έχουν καταγράψει ύποπτες κινήσεις, μεταξύ των οποίων τη συστηματική παρακολούθηση συγκεκριμένων προσώπων κοντά στην εργασία και στην κατοικία τους, καθώς και την καταγραφή των καθημερινών συνηθειών τους. Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν, κατά τις υπηρεσίες ασφαλείας, την ανάγκη προστασίας όσων θεωρούνται πιθανοί στόχοι.
Στο επίκεντρο των σχετικών εκτιμήσεων βρίσκεται η GRU, η στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών της Ρωσίας, στην οποία αποδίδεται κυρίως η ευθύνη για τέτοιου τύπου επιχειρήσεις. Το δημοσίευμα τις συνδέει με τον όρο «wet work», που χρησιμοποιείται στην ορολογία των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών για επιχειρήσεις με θανατηφόρα βία.
Οι ίδιες πηγές περιγράφουν προσαρμογή των μεθόδων της GRU, με στενότερη συνεργασία με ομάδες οργανωμένου εγκλήματος και αξιοποίηση δικτύων που δραστηριοποιούνται σε περισσότερες χώρες. Σύμφωνα με αυτές τις πληροφορίες, διαφορετικές ομάδες ή πρόσωπα αναλαμβάνουν επιμέρους ρόλους στην παρακολούθηση, στην υποστήριξη, στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση των επιχειρήσεων.
Ωστόσο, οι αξιωματούχοι ασφαλείας επισημαίνουν ότι η επιδίωξη της Μόσχας δεν προϋποθέτει απαραίτητα την πραγματοποίηση μιας επίθεσης. Ο εκφοβισμός αποτελεί από μόνος του μέσο πίεσης. Η αίσθηση ότι ένας επιχειρηματίας ή ένα ανώτερο στέλεχος παρακολουθείται και κινδυνεύει μπορεί να επηρεάσει την προθυμία του να διατηρήσει ή να επεκτείνει τη συνεργασία με την Ουκρανία.
Αυτός είναι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που μεταφέρουν οι Financial Times, ο ευρύτερος στόχος των απειλών. Να συνδεθεί η επιχειρηματική συνεργασία με το Κίεβο με ένα προσωπικό κόστος ασφάλειας, ώστε όσοι συμμετέχουν στον εφοδιασμό του να διστάσουν πριν από την επόμενη συμφωνία. Η πίεση στρέφεται έτσι στα πρόσωπα που λαμβάνουν τις αποφάσεις, με επιδιωκόμενο αποτέλεσμα να πληγεί η συνέχεια της ευρωπαϊκής αμυντικής στήριξης προς την Ουκρανία.