Ένα ανησυχητικό σήμα κινδύνου για την τοπική οικονομία και τη στρατηγική θέση της Θεσσαλονίκης εκπέμπουν οι παραγωγικοί φορείς, βλέποντας το αεροδρόμιο «Μακεδονία» να αποψιλώνεται σταδιακά από κρίσιμες διεθνείς υπηρεσίες.
Μετά τον θόρυβο και τις συνέπειες που έφερε η αποχώρηση της Ryanair, η αγορά της Βόρειας Ελλάδας καλείται πλέον να διαχειριστεί ένα νέο, ίσως πιο σιωπηλό αλλά εξίσου βαρύ χτύπημα: την οριστική αποχώρηση της πολυεθνικής FedEx, μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες μεταφοράς εμπορευμάτων παγκοσμίως, από τις εγκαταστάσεις του αερολιμένα.
Τη δυσάρεστη αυτή εξέλιξη έφερε στο φως ο πρόεδρος του Συλλόγου Εκτελωνιστών Θεσσαλονίκης, Γιώργος Κοσμίδης, κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης σύσκεψης φορέων του τουρισμού και της αγοράς που συγκάλεσε το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, ρίχνοντας σκιές στο αφήγημα που θέλει την πόλη να μετατρέπεται σε κομβικό κέντρο logistics για τα Βαλκάνια.
Η απόφαση της εταιρείας να βάλει «λουκέτο» στο γραφείο εξυπηρέτησης ανεκτελώνιστων εμπορευμάτων αποτελεί, σύμφωνα με τον κ. Κοσμίδη, ειλημμένη και μη αναστρέψιμη κίνηση. Πέρα όμως από την αυτονόητη συρρίκνωση των υπηρεσιών του αεροδρομίου, η κίνηση αυτή αναμένεται να δημιουργήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση με άμεσους αποδέκτες την τοπική κοινωνία και την επιχειρηματικότητα.
Σε πρώτο επίπεδο, προκαλείται μια τεράστια απώλεια εισοδήματος για περισσότερους από 500 εκτελωνιστές που δραστηριοποιούνται στη Θεσσαλονίκη, επαγγελματίες που βλέπουν τον κύκλο εργασιών τους να συρρικνώνεται βίαια από τη μια μέρα στην άλλη, γεγονός που μεταφράζεται αναπόφευκτα σε απώλεια θέσεων εργασίας στον ευρύτερο κλάδο.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν σταματά στα στενά όρια των εκτελωνιστών. Η διακοπή αυτού του νευραλγικού καναλιού τροφοδοσίας σημαίνει ότι τα logistics δυσκολεύουν, οι χρόνοι παράδοσης ενδέχεται να μεταβληθούν και, κυρίως, το μεταφορικό κόστος να εκτοξευθεί.
Οι εταιρείες της Βόρειας Ελλάδας, που πασχίζουν να επιβιώσουν σε ένα ήδη πληθωριστικό και πιεστικό περιβάλλον, θα βρεθούν αντιμέτωπες με αισθητή αύξηση στο κόστος παραγωγής τους. Αυτή η συνθήκη επιφέρει αναπόφευκτες αυξήσεις στις τελικές τιμές των εμπορευμάτων, τις οποίες θα κληθεί στο τέλος της ημέρας να πληρώσει ο απλός καταναλωτής, δημιουργώντας έναν νέο κύκλο ακρίβειας στην τοπική αγορά.
Το πιο βαθύ τραύμα, όμως, από αυτή την εξέλιξη είναι η συνολική μείωση της ανταγωνιστικότητας της περιοχής. Η φυγή πολυεθνικών κολοσσών από βασικές υποδομές, σε συνδυασμό με την υποβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, δημιουργεί ένα αίσθημα εσωστρέφειας.
Όπως υπογράμμισε χαρακτηριστικά και με έκδηλη πικρία ο κ. Κοσμίδης σε δηλώσεις του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Δεν κρίνω την επιχειρηματική κίνηση μιας εταιρείας, κρίνω την απαξίωση της Θεσσαλονίκης». Μια φράση που περικλείει την αγωνία μιας ολόκληρης πόλης, η οποία βλέπει τις αναπτυξιακές της προοπτικές να προσκρούουν σε επιχειρηματικές αποχωρήσεις που την αποκόπτουν σιγά σιγά από τα μεγάλα, διεθνή δίκτυα εμπορίου.