Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης κηρύχθηκε ο Παναμάς, μετά τους δύο ισχυρούς σεισμούς μεγέθους 7,7 και 6,6 βαθμών που συγκλόνισαν τη χώρα την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές, δεκάδες τραυματισμούς και μεγάλη αναστάτωση στον πληθυσμό. Η σεισμική δραστηριότητα συνεχίστηκε επί ώρες, με περισσότερους από 100 μετασεισμούς, διατηρώντας σε επιφυλακή τις αρχές και αναγκάζοντας χιλιάδες κατοίκους να παραμείνουν μακριά από τα σπίτια τους.
Παρά την ένταση των δονήσεων και τις σοβαρές ζημιές που καταγράφηκαν, οι αρχές δεν είχαν ανακοινώσει θανάτους που να συνδέονται άμεσα με τους σεισμούς. Ωστόσο, 27 άνθρωποι τραυματίστηκαν, σύμφωνα με την Πολιτική Προστασία, ενώ κατοικίες, σχολεία, νοσοκομειακές εγκαταστάσεις, εκκλησίες, ξενοδοχεία και οδικές υποδομές υπέστησαν ζημιές σε ολόκληρη τη χώρα.
Το μέγεθος της καταστροφής αποτυπώνεται στο γεγονός ότι και οι δέκα επαρχίες του Παναμά, καθώς και δύο αυτόχθονες περιοχές, ανέφεραν προβλήματα από τις σεισμικές δονήσεις. Οι μεγαλύτερες καταστροφές εντοπίζονται στις κεντρικές επαρχίες Βεράγκουας, Ερέρα, Κοκλέ και Λος Σάντος, όπου ορισμένες κοινότητες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα πρόσβασης και επικοινωνίας.
Ο πρώτος και ισχυρότερος σεισμός, μεγέθους 7,7 βαθμών, είχε επίκεντρο περίπου δέκα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της κοινότητας Πιταλόσα Αρίμπα, στην επαρχία Ερέρα, και εστιακό βάθος μόλις δέκα χιλιομέτρων. Το μικρό βάθος συνέβαλε στην ιδιαίτερα έντονη αίσθηση της δόνησης, η οποία έγινε αντιληπτή ακόμη και στη γειτονική Κολομβία.
Ακολούθησε δεύτερος ισχυρός σεισμός μεγέθους 6,6 βαθμών, ενώ η μετασεισμική δραστηριότητα παρέμεινε έντονη. Ανάμεσα στους περισσότερους από εκατό μετασεισμούς καταγράφηκαν δονήσεις μεγέθους 5,8, 5,5 και 5,2 βαθμών, γεγονός που αύξησε την ανησυχία για την αντοχή των ήδη επιβαρυμένων κτιρίων.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την ενεργοποίηση έκτακτων μέτρων, προκειμένου να επιταχυνθούν οι επιχειρήσεις διάσωσης, οι τεχνικοί έλεγχοι και η παροχή βοήθειας στις πληγείσες περιοχές. Ο υπουργός Προεδρίας Χουάν Κάρλος Οριγιάκ γνωστοποίησε την απόφαση κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στην πρωτεύουσα, επισημαίνοντας ότι οι ζημιές εκτείνονται σε ένα ιδιαίτερα μεγάλο τμήμα της χώρας.
Σύμφωνα με τις πρώτες καταγραφές, περίπου 420 κατοικίες και άλλες τόσες σχολικές μονάδες υπέστησαν ζημιές. Προβλήματα εντοπίστηκαν επίσης σε επτά ξενοδοχεία, τουλάχιστον 13 εκκλησίες και εννέα γέφυρες, ενώ οι τεχνικές υπηρεσίες συνεχίζουν τις αυτοψίες για να διαπιστώσουν ποια κτίρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ασφάλεια.
Ιδιαίτερα σοβαρή είναι η κατάσταση στην ιστορική κοινότητα Λα Βίγια δε Λος Σάντος, όπου κατέρρευσαν κατοικίες και υπέστη μεγάλες καταστροφές η εκκλησία του Σαν Ατανάσιο, ένα σημαντικό μνημείο της αποικιακής περιόδου που είχε ανακηρυχθεί μέρος της εθνικής ιστορικής κληρονομιάς το 1938.
Η απώλεια ενός τέτοιου μνημείου δεν αποτελεί μόνο υλική καταστροφή. Αγγίζει και την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα μιας κοινότητας που διατηρούσε επί αιώνες την αρχιτεκτονική και θρησκευτική της παράδοση.
Οι εικόνες από την περιοχή αποτυπώνουν την αγωνία των κατοίκων. Οικογένειες πέρασαν τη νύχτα στους δρόμους, κάτω από πρόχειρες σκηνές ή σε ανοικτούς χώρους, φοβούμενες ότι ένας νέος ισχυρός μετασεισμός θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω καταρρεύσεις.
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του 90χρονου Τόνι Χιμένες, του οποίου η κατοικία υπέστη μερική κατάρρευση. Ο ηλικιωμένος περιέγραψε τη δόνηση ως τη σφοδρότερη εμπειρία της ζωής του, επισημαίνοντας ότι ούτε στα ενενήντα του χρόνια είχε βιώσει κάτι αντίστοιχο.
Η κατάσταση περιπλέκεται από τις κατολισθήσεις και τις ζημιές στο οδικό δίκτυο, οι οποίες έχουν αποκόψει ορισμένες κοινότητες. Παρότι μέχρι το Σάββατο δεν είχαν αναφερθεί αγνοούμενοι, η πρόσβαση σε απομονωμένες περιοχές παραμένει κρίσιμο ζήτημα για τις ομάδες διάσωσης και τις υπηρεσίες Πολιτικής Προστασίας.
Σημαντική κινητοποίηση καταγράφηκε και στις παράκτιες περιοχές. Στο νησί Ίσλα Κάνια, ανοικτά των ακτών της επαρχίας Λος Σάντος, περίπου 300 κάτοικοι απομακρύνθηκαν προληπτικά, εξαιτίας της ανόδου της στάθμης της θάλασσας και της έντονης θαλασσοταραχής.
Στην πόλη Πενωνομέ, περίπου 150 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα, δημιουργήθηκε προσωρινό καταφύγιο για κατοίκους που δεν μπορούσαν να επιστρέψουν με ασφάλεια στα σπίτια τους. Σημαντικές ζημιές καταγράφηκαν στον καθεδρικό ναό της κεντρικής πλατείας, σε δημόσια κτίρια και σε ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίστηκαν στις κατοικίες και στις δημόσιες υποδομές. Στην Πόλη του Παναμά, μία από τις μονάδες επεξεργασίας νερού που τροφοδοτούν την ευρύτερη περιοχή λειτουργούσε μόλις στο 20% της δυναμικότητάς της, προκαλώντας ανησυχία για την ομαλή υδροδότηση. Παράλληλα, σε έξι νοσοκομεία εγκαταστάθηκαν σκηνές και πρόσθετες κλίνες, ώστε να υπάρχει δυνατότητα περίθαλψης σε περίπτωση νέων έκτακτων περιστατικών.
Σοβαρά προβλήματα προκλήθηκαν και στις αεροπορικές συγκοινωνίες της Κεντρικής Αμερικής. Το Διεθνές Αεροδρόμιο Τοκουμέν, ένας από τους σημαντικότερους αεροπορικούς κόμβους της περιοχής, ανέστειλε προσωρινά τη λειτουργία του μετά τον πρώτο σεισμό, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητοι έλεγχοι ασφαλείας.
Παρότι η λειτουργία του αποκαταστάθηκε λίγες ώρες αργότερα, οι καθυστερήσεις και οι ακυρώσεις πτήσεων προκάλεσαν αλυσιδωτές επιπτώσεις σε αεροδρόμια άλλων χωρών. Εκατοντάδες επιβάτες, κυρίως όσοι ταξίδευαν με ανταπόκριση μέσω Παναμά, βρέθηκαν αντιμέτωποι με πολύωρη αναμονή και αβεβαιότητα για τη συνέχιση των ταξιδιών τους.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην κατάσταση της Διώρυγας του Παναμά, μιας από τις σημαντικότερες εμπορικές θαλάσσιες αρτηρίες στον κόσμο. Η αρμόδια Αρχή ανακοίνωσε ότι οι διελεύσεις των πλοίων συνεχίζονται κανονικά, ενώ εξειδικευμένα τεχνικά συνεργεία πραγματοποιούν ελέγχους στις εγκαταστάσεις για τον εντοπισμό πιθανών ζημιών.
Η διατήρηση της λειτουργίας της Διώρυγας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διεθνή ναυσιπλοΐα και το παγκόσμιο εμπόριο, καθώς οποιαδήποτε παρατεταμένη διακοπή θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τις μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ Ατλαντικού και Ειρηνικού.
Ο Παναμάς βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ενεργή σεισμική περιοχή, λόγω της αλληλεπίδρασης διαφορετικών τεκτονικών πλακών. Η γεωγραφική του θέση, κοντά στη ζώνη του λεγόμενου «Δακτυλίου της Φωτιάς» του Ειρηνικού, τον καθιστά ευάλωτο σε ισχυρές σεισμικές δονήσεις.
Οι σεισμολόγοι επισημαίνουν ότι η περιοχή επηρεάζεται από τις κινήσεις των πλακών Κόκος, Νάζκα και Καραϊβικής, οι οποίες δημιουργούν σύνθετα τεκτονικά φαινόμενα. Η ύπαρξη αυστηρότερων οικοδομικών κανονισμών, ιδιαίτερα στα σύγχρονα πολυώροφα κτίρια της πρωτεύουσας, εκτιμάται ότι συνέβαλε στον περιορισμό των ανθρώπινων απωλειών.
Η χώρα έχει αντιμετωπίσει και στο παρελθόν μεγάλες σεισμικές καταστροφές. Το 1991, σεισμός μεγέθους 7,4 βαθμών, με επίκεντρο τη γειτονική Κόστα Ρίκα, προκάλεσε στον Παναμά 23 θανάτους, 559 τραυματισμούς και εκτεταμένες καταστροφές στη συνοριακή περιοχή Μπόκας δελ Τόρο.
Στο πλευρό του Παναμά κινητοποιήθηκαν κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής και διεθνείς εταίροι. Ο πρόεδρος Χοσέ Ραούλ Μουλίνο ευχαρίστησε τους ηγέτες χωρών της περιοχής για τα μηνύματα συμπαράστασης και τις προσφορές βοήθειας, ενώ ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η κινητοποίηση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, την αποστολή εξειδικευμένης ομάδας αντιμετώπισης καταστροφών και τη διάθεση 5 εκατομμυρίων δολαρίων σε ανθρωπιστική βοήθεια. Παράλληλα, η Νότια Διοίκηση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων συμμετείχε στην υποστήριξη των πληγεισών κοινοτήτων, με ελικόπτερα που μετέφεραν περίπου 907 κιλά τροφίμων σε δυσπρόσιτες περιοχές.
Η επόμενη ημέρα βρίσκει τον Παναμά αντιμέτωπο με μια μεγάλη επιχείρηση αποκατάστασης. Η ασφάλεια των κατοίκων, η επαναλειτουργία των σχολείων, η αποκατάσταση των υποδομών και η στέγαση όσων έχασαν τα σπίτια τους αποτελούν τις άμεσες προτεραιότητες της κυβέρνησης.
Παράλληλα, η συνεχιζόμενη μετασεισμική δραστηριότητα επιβάλλει αυξημένη προσοχή, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου έχουν ήδη καταγραφεί σοβαρές δομικές βλάβες.
Ο Παναμάς δοκιμάζεται από μία από τις σοβαρότερες σεισμικές κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας του. Το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον μέχρι στιγμής απολογισμό, δεν έχουν καταγραφεί νεκροί αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη μπροστά στο μέγεθος των δονήσεων. Ωστόσο, οι εκτεταμένες καταστροφές και η αβεβαιότητα που προκαλούν οι συνεχείς μετασεισμοί υπενθυμίζουν ότι η αντιμετώπιση μιας μεγάλης φυσικής καταστροφής δεν τελειώνει όταν σταματά η πρώτη ισχυρή δόνηση.
Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει την επόμενη ημέρα, όταν μια ολόκληρη χώρα καλείται να αποκαταστήσει τις πληγές της και να επιστρέψει με ασφάλεια στην κανονικότητα.