Ηχηρή παρέμβαση υπέρ της Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά από την Ουάσιγκτον. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τοποθετήθηκε με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια αμφισημίας, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να προστατεύσουν την ιστορική και θρησκευτική σημασία του μοναστηριού. Πρόκειται για μήνυμα που ξεπερνά τη διπλωματική ευγένεια και τοποθετεί τη Μονή στην ατζέντα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Απαντώντας σε ερώτηση του Αθηναϊκού – Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων, εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών υπογράμμισε ότι η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει τη σημασία της Μονής ως του αρχαιότερου μοναστηριού στον κόσμο που λειτουργεί αδιαλείπτως, και επιδιώκει τη διαφύλαξή της.
Η επιλογή των λέξεων έχει βαρύτητα. Η αναφορά στην αδιάλειπτη λειτουργία δεν είναι διακοσμητική, αλλά αποτελεί την ουσία του επιχειρήματος υπέρ των δικαίων της Μονής, καθώς περιγράφει μια συνεχή, ζωντανή παρουσία δεκαπέντε αιώνων που κανένα μεταγενέστερο νομικό κατασκεύασμα δεν μπορεί να ακυρώσει.
Η δήλωση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω του πλαισίου στο οποίο εκφέρεται. Παραμένει ανοιχτό το ζήτημα του νομικού και ιδιοκτησιακού καθεστώτος εκτάσεων και ακινήτων που συνδέονται με τη Μονή, ύστερα από τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στην Αίγυπτο στις 28 Μαΐου 2025. Η απόφαση εκείνη πυροδότησε έντονη ανησυχία διεθνώς, καθώς έθεσε υπό αμφισβήτηση δικαιώματα που η Μονή ασκεί αδιαμφισβήτητα επί αιώνες, με σειρά ιστορικών εγγράφων και αυτοκρατορικών παραχωρήσεων να τεκμηριώνουν τη διαχρονική της παρουσία στην περιοχή.
Η αμερικανική τοποθέτηση δεν είναι, εξάλλου, μεμονωμένη. Στην ίδια κατεύθυνση είχε κινηθεί ήδη από τις 18 Ιουλίου ο ανώτερος σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου για αραβικές και αφρικανικές υποθέσεις, Μασάντ Μπούλος, ο οποίος συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο Σινά Συμεών στο μετόχι της Μονής στο Κάιρο. Ο κ. Μπούλος μετέφερε τότε το προσωπικό ενδιαφέρον του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και το δικό του, για τη διατήρηση του ιστορικού status quo της Μονής, δεσμευόμενος να στηρίξει τις προσπάθειες για τη διαφύλαξη της ιστορικής και πνευματικής της ταυτότητας.
Δύο παρεμβάσεις, λοιπόν, μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η πρώτη σε επίπεδο προεδρικού συμβούλου και με άμεση επίκληση του ονόματος του Αμερικανού προέδρου, η δεύτερη από το ίδιο το υπουργείο Εξωτερικών. Η επανάληψη δεν είναι τυχαία και το μήνυμα προς το Κάιρο είναι σαφές. Η υπόθεση της Μονής Σινά παρακολουθείται στο ανώτατο επίπεδο και δεν πρόκειται να αφεθεί να σβήσει στη ροή της επικαιρότητας.
Η σημασία της αμερικανικής στάσης είναι, στην πράξη, καθοριστική. Η Ελλάδα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η διεθνής επιστημονική κοινότητα έχουν επανειλημμένα κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, όμως η προσθήκη της Ουάσιγκτον στο μέτωπο των υπερασπιστών του καθεστώτος της Μονής μεταβάλλει τη δυναμική.
Η Αίγυπτος διατηρεί στενή σχέση με τις ΗΠΑ σε στρατιωτικό, οικονομικό και διπλωματικό επίπεδο, και μια επίμονη αμερικανική υπόμνηση δεν είναι κάτι που μπορεί να αγνοηθεί εύκολα.
Το διακύβευμα, άλλωστε, δεν είναι απλώς ιδιοκτησιακό. Αφορά το αν ένα μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της χριστιανικής Ανατολής, με μοναδική βιβλιοθήκη χειρογράφων και συλλογή εικόνων που δεν έχει αντίστοιχό της στον κόσμο, θα συνεχίσει να ζει ως μοναστήρι ή θα μετατραπεί σταδιακά σε μουσειακό κέλυφος υπό ξένη διαχείριση. Και σε αυτό το ερώτημα, η φωνή της Ουάσιγκτον μόλις προστέθηκε στη σωστή πλευρά.