Τελικά, δεν μας φτάνει ο καύσωνας. Έχουμε και τους «αγαπημένους» μας γείτονες εξ Ανατολών, οι οποίοι φαίνεται ότι αποφάσισαν πως το Αιγαίο δεν δικαιούται ούτε θερινή ανάπαυλα.
Μόνο που αυτή τη φορά τα πράγματα είναι πολύ σοβαρότερα από τις συνηθισμένες λεκτικές προκλήσεις της Άγκυρας. Οι τελευταίες μαζικές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου από τουρκικά μαχητικά και drones, οι κινήσεις με τα τουρκικά «θαλάσσια πάρκα» και τώρα η ευθεία αντίδραση της Άγκυρας στον ελληνικό σχεδιασμό για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από ευχολόγια.
Η πολιτική των «ήρεμων νερών» έχει φτάσει στα όριά της.
Και ίσως ήρθε η ώρα να παραδεχθούμε ότι τα νερά ήταν ήρεμα μόνο όσο η Τουρκία θεωρούσε ότι αυτό εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της.
Οι αλλεπάλληλες παραβιάσεις των τελευταίων ημερών δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως κάποιο τυχαίο ξέσπασμα της γνωστής τουρκικής προκλητικότητας. Η συμμετοχή μαχητικών αεροσκαφών και drones αποκαλύπτει μια διαφορετική επιχειρησιακή πραγματικότητα και, κυρίως, έναν τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα μπορεί να δοκιμάζει συνεχώς τα ελληνικά αντανακλαστικά με πολύ μικρότερο κόστος.
Και τώρα ήρθε να προστεθεί μια ακόμη πρόκληση, ίσως πολιτικά σημαντικότερη από όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.
Η Ελλάδα αποφάσισε να καθορίσει το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, θεσπίζοντας κανόνες για τη χωροθέτηση έργων ΑΠΕ και στα νησιά και στον θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου.
Και τι ακριβώς αφορά αυτό;
Την άσκηση ελληνικής κρατικής αρμοδιότητας και τον σχεδιασμό της Ελλάδας στον δικό της χώρο.
Κι όμως, η Τουρκία έσπευσε να αντιδράσει.
Η Άγκυρα υποστήριξε ότι το ελληνικό χωροταξικό δεν παράγει δήθεν «νομικές συνέπειες» για την ίδια και, ακόμη χειρότερα, επανέφερε από το παράθυρο ολόκληρη τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», κάνοντας λόγο για γεωγραφικούς σχηματισμούς των οποίων η κυριαρχία, κατά την τουρκική εκδοχή, δεν έχει παραχωρηθεί στην Ελλάδα μέσω διεθνών συμφωνιών.
Ας καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει εδώ.
Η Τουρκία δεν αντιδρά πλέον μόνο όταν η Ελλάδα εξοπλίζεται. Δεν αντιδρά μόνο για τα χωρικά ύδατα. Δεν αντιδρά μόνο για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ. Φτάνει να παρεμβαίνει ακόμη και όταν η Ελλάδα ρυθμίζει το πλαίσιο ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο Αιγαίο.
Αυτό δεν είναι «καλή γειτονία».
Είναι σταδιακή διεύρυνση της τουρκικής αμφισβήτησης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος. Κάθε φορά που αποδεχόμαστε να μετατρέπεται μια αυτονόητη ελληνική αρμοδιότητα σε αντικείμενο ελληνοτουρκικής συζήτησης, η Άγκυρα κερδίζει ένα ακόμη βήμα προς τη μετατροπή του Αιγαίου από χώρο ελληνικής κυριαρχίας και νόμιμων ελληνικών δικαιωμάτων σε χώρο μόνιμης διαπραγμάτευσης.
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Γιατί σήμερα είναι οι ΑΠΕ. Χθες ήταν τα θαλάσσια πάρκα. Προχθές ήταν η ηλεκτρική διασύνδεση. Εδώ και δεκαετίες είναι τα χωρικά ύδατα, η υφαλοκρηπίδα, ο εναέριος χώρος, η αποστρατιωτικοποίηση και οι περιβόητες «γκρίζες ζώνες».
Κάθε φορά προστίθεται και κάτι καινούργιο στον κατάλογο των τουρκικών διεκδικήσεων.
Και όσο μεγαλώνει ο κατάλογος, τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε να συνηθίσουμε την ίδια την αμφισβήτηση.
Αυτό ακριβώς δεν πρέπει να συμβεί.
Η ελληνοτουρκική προσέγγιση μπορεί να είναι χρήσιμη όταν λειτουργεί ως μηχανισμός πραγματικής αποκλιμάκωσης. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται σε άλλοθι εφησυχασμού. Η ηρεμία έχει αξία όταν στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και όχι όταν χρησιμοποιείται από τη μία πλευρά για να προετοιμάζει την επόμενη αμφισβήτηση.
Και όποιος παρακολουθεί σοβαρά την Τουρκία γνωρίζει ότι η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει ποτέ μια περίοδο αποκλιμάκωσης ως περίοδο αδράνειας.
Την αξιοποιεί.
Το έκανε και τώρα, ενισχύοντας παράλληλα τις διεθνείς και αμυντικές της σχέσεις. Η πρόσφατη συμφωνία κοινής άμυνας με Σαουδική Αραβία και Πακιστάν αποτελεί αντικειμενικά μια σημαντική γεωπολιτική επιτυχία για την Άγκυρα και δείχνει ότι η Τουρκία επιχειρεί να διευρύνει συνεχώς το στρατηγικό της αποτύπωμα.
Η Τουρκία δεν περιμένει τις εξελίξεις. Προσπαθεί να τις δημιουργήσει.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής στρατηγικής. Εξακολουθούμε πολλές φορές να αντιμετωπίζουμε την εξωτερική πολιτική ως άσκηση αποφυγής της έντασης, ενώ η απέναντι πλευρά τη χρησιμοποιεί ως εργαλείο συσσώρευσης ισχύος, διεύρυνσης επιρροής και σταδιακής δημιουργίας τετελεσμένων.
Το έχουμε ξαναζήσει.
Τα Ίμια του 1996 θα έπρεπε να αποτελούν μόνιμο μάθημα για κάθε ελληνική κυβέρνηση. Όχι επειδή κάθε τουρκική κίνηση οδηγεί αναγκαστικά σε ένα νέο 1996, αλλά επειδή εκεί αποτυπώθηκε με τον πιο οδυνηρό τρόπο ένας βασικός κανόνας της γεωπολιτικής:
Τα τετελεσμένα δημιουργούνται όταν ο αντίπαλος πιστεύει ότι το κόστος της αμφισβήτησης είναι μικρότερο από το πιθανό όφελος.
Γι’ αυτό και η αποτροπή δεν είναι πολεμοκαπηλία.
Αποτροπή σημαίνει να πείθεις τον άλλον ότι δεν τον συμφέρει να δοκιμάσει τις αντοχές σου.
Το ίδιο λάθος κινδυνεύουμε να κάνουμε και στη σχέση μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να επιδιώκει να περάσει «κάτω από το ραντάρ» της κυβέρνησης Τραμπ.
Η συναλλακτική λογική του σημερινού Λευκού Οίκου δεν επιβραβεύει εκείνον που εξαφανίζεται από τον χάρτη. Επιβραβεύει εκείνον που έχει ισχύ, προσφέρει στρατηγική αξία και γνωρίζει να τη διαπραγματεύεται.
Η Ελλάδα διαθέτει γεωγραφία, λιμάνια, ενεργειακές δυνατότητες, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις και κομβική θέση ανάμεσα στα Βαλκάνια, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Στη διεθνή πολιτική δεν κερδίζει εκείνος που γίνεται αόρατος. Κερδίζει εκείνος που γίνεται απαραίτητος.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο επείγον.
Τα drones αλλάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού στο Αιγαίο.
Η Τουρκία έχει επενδύσει εδώ και χρόνια στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και σήμερα μπορεί να χρησιμοποιεί φθηνότερα μέσα για επιτήρηση, αναγνώριση και πίεση, υποχρεώνοντας την Ελλάδα να αντιδρά με πολύ ακριβότερα συστήματα.
Δεν είναι ούτε οικονομικά ούτε επιχειρησιακά λογικό να βασιζόμαστε διαρκώς σε πανάκριβα επανδρωμένα μαχητικά για την αντιμετώπιση πολύ φθηνότερων μη επανδρωμένων συστημάτων.
Κάθε απογείωση σημαίνει κόστος. Σημαίνει ώρες πτήσης. Σημαίνει συντήρηση. Σημαίνει καταπόνηση των αεροσκαφών και, κυρίως, των Ελλήνων πιλότων.
Αυτό το ισοζύγιο πρέπει να αλλάξει.
Η Ελλάδα χρειάζεται δικά της drones πολλαπλών ρόλων, σύγχρονα anti-drone συστήματα, ηλεκτρονικό πόλεμο, δίκτυα αισθητήρων, τεχνητή νοημοσύνη για ταχεία αναγνώριση απειλών και ένα ολοκληρωμένο σύστημα που θα μπορεί να εντοπίζει, να παρακολουθεί και να αντιμετωπίζει μη επανδρωμένα μέσα με κόστος ανάλογο της απειλής.
Γιατί ο σύγχρονος πόλεμος έχει αλλάξει.
Δεν κερδίζει απλώς εκείνος που διαθέτει το ακριβότερο όπλο. Κερδίζει εκείνος που βλέπει πρώτος, αποφασίζει γρηγορότερα και αντιδρά φθηνότερα και αποτελεσματικότερα.
Οι πόλεμοι των τελευταίων ετών το απέδειξαν με τον πιο δραματικό τρόπο. Οι αλγόριθμοι, η μηχανική όραση, τα δεδομένα, τα αυτόνομα συστήματα, τα φθηνά drones και ο ηλεκτρονικός πόλεμος έχουν μεταβάλει ριζικά το πεδίο των επιχειρήσεων.
Και η άμυνα του Αιγαίου δεν μπορεί να σχεδιάζεται σαν να βρισκόμαστε ακόμη στη δεκαετία του 1990.
Χρειαζόμαστε έναν πραγματικό εθνικό αμυντικό θόλο νέας γενιάς. Χρειαζόμαστε συνεργασία των Ενόπλων Δυνάμεων με ελληνικές εταιρείες τεχνολογίας, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και τον ιδιωτικό deep-tech τομέα.
Η Ελλάδα διαθέτει επιστήμονες. Διαθέτει μηχανικούς. Διαθέτει μυαλά που διαπρέπουν σε ολόκληρο τον κόσμο.
Αυτό που χρειάζεται είναι ένα κράτος που θα τους δώσει στόχο, χρηματοδότηση, ταχύτητα και επιχειρησιακό χώρο για να δημιουργήσουν.
Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται κάτι ακόμη: ξεκάθαρη πολιτική βούληση.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται πόλεμο με την Τουρκία. Το ακριβώς αντίθετο.
Χρειάζεται όμως η Τουρκία να γνωρίζει ότι η Ελλάδα δεν φοβάται να υπερασπιστεί όσα της ανήκουν και όσα δικαιούται.
Αυτές είναι δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες.
Η ειρήνη δεν εξασφαλίζεται με την αδυναμία. Η αποκλιμάκωση δεν επιτυγχάνεται επειδή η μία πλευρά αποφασίζει να μην αντιδρά. Και η καλή γειτονία δεν μπορεί να σημαίνει ότι η Τουρκία θα προσθέτει συνεχώς νέες απαιτήσεις και η Ελλάδα θα προσπαθεί συνεχώς να μη χαλάσει το κλίμα.
Η πραγματική ειρήνη χρειάζεται ισχυρή αποτροπή.
Χρειάζεται διπλωματία που στηρίζεται σε στρατιωτική αξιοπιστία. Χρειάζεται συμμαχίες που στηρίζονται σε πραγματικά συμφέροντα. Χρειάζεται τεχνολογική υπεροχή. Και χρειάζεται η απέναντι πλευρά να γνωρίζει ότι υπάρχουν κόκκινες γραμμές που δεν μετακινούνται κάθε φορά που η Άγκυρα ανεβάζει τον τόνο.
Τα «ήρεμα νερά» ήταν χρήσιμα όσο πραγματικά ήταν ήρεμα.
Όταν όμως η Τουρκία αμφισβητεί τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα, στέλνει μαχητικά και drones στο Αιγαίο και φτάνει πλέον να παρεμβαίνει ακόμη και στον ελληνικό χωροταξικό σχεδιασμό για τις ΑΠΕ, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι τα νερά έπαψαν να είναι ήρεμα.
Το πρόβλημα είναι ότι η Άγκυρα επιχειρεί να καθορίσει μέχρι πού φτάνει το δικαίωμα της Ελλάδας να αποφασίζει μόνη της.
Και εκεί η απάντηση δεν μπορεί να είναι αμφίσημη.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να προκαλέσει καμία κρίση. Πρέπει όμως να είναι αρκετά ισχυρή ώστε κανείς να μη θεωρήσει συμφέρον να προκαλέσει κρίση εναντίον της.
Αυτό είναι αποτροπή.
Και ίσως ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουμε την πιο επικίνδυνη ψευδαίσθηση όλων:
Ότι επειδή εμείς επιθυμούμε «ήρεμα νερά», είναι υποχρεωμένη να τα επιθυμεί και η Τουρκία.
Γιατί, όπως αποδεικνύεται ξανά, τα «ήρεμα νερά» μπορούν πολύ εύκολα να βράσουν. Και η Ελλάδα οφείλει να είναι έτοιμη πριν συμβεί αυτό.
ΜΑΞΙΜΟΣ Θ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ