Κάθε καλοκαίρι η Ελλάδα ζει την ίδια τραγωδία. Δάση παραδίδονται στις φλόγες, περιουσίες καταστρέφονται, άνθρωποι κινδυνεύουν, ο φυσικός πλούτος της χώρας συρρικνώνεται. Και κάθε φορά η επίσημη εξήγηση είναι σχεδόν η ίδια: η κλιματική αλλαγή. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που ασφαλώς επηρεάζει τις συνθήκες εκδήλωσης και εξάπλωσης των πυρκαγιών. Όταν όμως μετατρέπεται στη μοναδική αιτία κάθε καταστροφής, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως πολιτικό άλλοθι, απαλλάσσοντας από ευθύνες όσους όφειλαν να έχουν προετοιμάσει τη χώρα.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη. Το φετινό καλοκαίρι, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, δεν χαρακτηρίστηκε από ακραίες θερμοκρασίες αντίστοιχες με εκείνες που καταγράφηκαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η ιστορική εμπειρία δεν επιβεβαιώνει πως τα θερμότερα καλοκαίρια είναι πάντοτε εκείνα με τις μεγαλύτερες δασικές καταστροφές. Το 2007, το 2021 και το 2023 καταγράφηκαν τεράστιες καμένες εκτάσεις, ενώ το 2024, που χαρακτηρίστηκε ως το θερμότερο καλοκαίρι των τελευταίων δεκαετιών, οι απώλειες ήταν αισθητά μικρότερες. Το ίδιο συνέβη και το 2012, παρά τον έντονο καύσωνα, αλλά και το 1987, όταν η χώρα βίωσε έναν από τους φονικότερους καύσωνες της σύγχρονης ιστορίας χωρίς αντίστοιχη δασική καταστροφή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το κλίμα δεν παίζει ρόλο. Σημαίνει όμως ότι δεν αρκεί από μόνο του για να εξηγήσει την έκταση μιας καταστροφής. Εκεί όπου αποτυγχάνει η πρόληψη, ο σχεδιασμός και η διαχείριση, ακόμη και μια σχετικά ήπια αντιπυρική περίοδος μπορεί να εξελιχθεί σε εθνική τραγωδία.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πυρκαγιά στο Μάτι το 2018. Εκείνο το καλοκαίρι δεν καταγράφηκε ως ιδιαίτερα θερμό. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα θρήνησε 104 ανθρώπινες ζωές, όχι εξαιτίας κάποιας ακραίας κλιματικής συνθήκης, αλλά εξαιτίας μιας σειράς επιχειρησιακών αστοχιών, ελλείψεων και οργανωτικών αποτυχιών. Η τραγωδία απέδειξε ότι η κρατική ετοιμότητα μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο καθοριστική από τη θερμοκρασία.
Το ίδιο ερώτημα επανέρχεται και σήμερα. Πόσο προετοιμασμένη είναι πραγματικά η χώρα πριν ξεσπάσει η πρώτη μεγάλη φωτιά; Υπάρχουν επαρκείς αντιπυρικές ζώνες; Υπάρχουν δασικοί δρόμοι που να επιτρέπουν την άμεση πρόσβαση των επίγειων δυνάμεων; Υπάρχουν ειδικά πυροσβεστικά οχήματα κατάλληλα για δύσβατο έδαφος, υδατοδεξαμενές, αυτόνομα σημεία ανεφοδιασμού και ολοκληρωμένο σχέδιο άμεσης επέμβασης μέσα στο δάσος;
Η απάντηση που προκύπτει από τις εικόνες κάθε καλοκαιριού δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική. Η Ελλάδα έχει επενδύσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια στα εναέρια μέσα πυρόσβεσης, είτε μέσω αγορών είτε μέσω μισθώσεων. Όμως τα αεροσκάφη και τα ελικόπτερα, όσο απαραίτητα κι αν είναι, δεν σβήνουν από μόνα τους τις μεγάλες πυρκαγιές. Περιορίζουν την εξάπλωσή τους μέχρι να αναλάβουν δράση οι επίγειες δυνάμεις. Αν όμως αυτές αδυνατούν να προσεγγίσουν την εστία λόγω έλλειψης υποδομών, τότε η μάχη είναι εκ των προτέρων άνιση.
Ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία της ελληνικής πολιτείας να βρίσκεται ακριβώς στην πρόληψη. Για δεκαετίες εγκαταλείφθηκε η ύπαιθρος, μειώθηκε η παραδοσιακή ανθρώπινη παρουσία στα δάση και περιορίστηκαν δραστηριότητες που λειτουργούσαν ως φυσικός μηχανισμός προστασίας. Κτηνοτρόφοι, ρητινοπαραγωγοί, υλοτόμοι και κάτοικοι ορεινών περιοχών δεν αποτελούσαν μόνο μέρος της τοπικής οικονομίας. Ήταν ταυτόχρονα οι καθημερινοί «φύλακες» του δάσους, διατηρώντας χαμηλή την καύσιμη ύλη και περιορίζοντας την εξάπλωση της βλάστησης.
Σήμερα, μεγάλα τμήματα της υπαίθρου έχουν εγκαταλειφθεί. Η φυσική βλάστηση αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα, η καύσιμη ύλη συσσωρεύεται χρόνο με τον χρόνο και πολλά δάση μετατρέπονται σε πραγματικές πυριτιδαποθήκες. Την ίδια στιγμή, η βόσκηση, που σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούσε ως φυσικός καθαρισμός του δάσους, περιορίζεται σημαντικά λόγω του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου. Έτσι, η φύση μένει ουσιαστικά χωρίς διαχείριση μέχρι να εμφανιστεί η πρώτη μεγάλη πυρκαγιά.
Ανάλογες δυσκολίες εμφανίζονται και στη δημιουργία δασικών δρόμων ή νέων αντιπυρικών ζωνών. Οι απαιτούμενες εγκρίσεις, οι περιβαλλοντικές διαδικασίες και οι χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες συχνά καθυστερούν έργα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν προληπτικά. Το αποτέλεσμα είναι να συζητούνται παρεμβάσεις όταν οι φλόγες έχουν ήδη ξεσπάσει, αντί να έχουν ολοκληρωθεί μήνες πριν από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου.
Εξίσου σημαντικό είναι και το ζήτημα της βιομάζας. Σε πολλές χώρες, τα υπολείμματα καθαρισμού των δασών και των καλλιεργειών αξιοποιούνται ως ενεργειακός πόρος. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η αξιοποίησή τους παραμένει περιορισμένη, με αποτέλεσμα μεγάλες ποσότητες εύφλεκτου υλικού να παραμένουν μέσα στα δάση, αυξάνοντας τον κίνδυνο εκτεταμένων πυρκαγιών.
Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή. Το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο και αφορά τον τρόπο με τον οποίο η χώρα διαχειρίζεται, συντηρεί και προστατεύει τον φυσικό της πλούτο.
Η κλιματική κρίση αποτελεί μια πραγματικότητα που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Δεν μπορεί όμως να χρησιμοποιείται ως γενική εξήγηση για κάθε αποτυχία του κρατικού μηχανισμού. Όταν η πρόληψη υποχωρεί μπροστά στη γραφειοκρατία, όταν η διαχείριση των δασών εγκαταλείπεται, όταν οι υποδομές παραμένουν ελλιπείς και όταν η επιχειρησιακή προετοιμασία αποδεικνύεται ανεπαρκής, τότε η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τις καιρικές συνθήκες.
Γιατί τελικά, τα δάση δεν χάνονται μόνο από τις υψηλές θερμοκρασίες. Χάνονται όταν η πολιτεία αδυνατεί να τα προστατεύσει πριν ανάψει η πρώτη σπίθα.
ΜΑΞΙΜΟΣ Θ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ