Ενενήντα επτά στους εκατό οδηγούς πιστεύουν ότι οδηγούν καλά. Ταυτόχρονα, οκτώ στους δέκα παραδέχονται ότι υπερβαίνουν το όριο ταχύτητας, και έξι στους δέκα μιλούν στο τηλέφωνο πίσω από το τιμόνι. Αυτή η αντίφαση αποτυπώνει, με ακρίβεια και σκληρότητα, την κατάσταση που καταγράφει το 16ο Βαρόμετρο του Ιδρύματος VINCI Autoroutes για την οδηγική συμπεριφορά στην Ευρώπη — μια πανευρωπαϊκή έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την Ipsos BVA σε δείγμα 12.100 ατόμων σε 11 ευρωπαϊκές χώρες και περιλαμβάνει αναλυτικά στοιχεία για την Ελλάδα.
Το αριθμητικό υπόβαθρο είναι βαρύ. Το 2024, οι θάνατοι από τροχαία ατυχήματα στην Ευρώπη έφτασαν σχεδόν τις 19.800 — με μείωση μόλις 3% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Πρόκειται για βελτίωση που δεν αρκεί: ο ρυθμός απέχει πολύ από τους ευρωπαϊκούς στόχους για δραστική μείωση των θανάτων στους δρόμους, και επιβεβαιώνει ότι η πρόοδος, όπου υπάρχει, είναι ανεπαρκής. Πίσω από κάθε αριθμό κρύβεται μια οικογένεια, και το σύνολο σχηματίζει μια εικόνα που δεν επιτρέπει εφησυχασμό.
Κεντρικό εύρημα της έρευνας είναι το παράδοξο της αυταρέσκειας: το 97% των οδηγών κρίνει θετικά τη δική του οδήγηση, ενώ ταυτόχρονα το 64% περιγράφει αρνητικά τη συμπεριφορά των άλλων οδηγών. Πρακτικά, σχεδόν κάθε οδηγός θεωρεί τον εαυτό του πάνω από το μέσο — μια στατιστική αδυναμία που, στην οδήγηση, μεταφράζεται σε υποεκτίμηση κινδύνου. Αυτός που πιστεύει ότι οδηγεί τέλεια σπάνια αναθεωρεί τη συμπεριφορά του. Και τα νούμερα που ακολουθούν δείχνουν τι σημαίνει αυτό στην πράξη.
Το 83% των Ευρωπαίων παραδέχεται ότι υπερβαίνει το όριο ταχύτητας έστω και κατά λίγα χιλιόμετρα. Στους Έλληνες το αντίστοιχο ποσοστό είναι χαμηλότερο — 76% — αλλά παραμένει συντριπτική πλειοψηφία. Η εικόνα επιδεινώνεται όταν εξετάζονται άλλες παράμετροι: το 55% των Ευρωπαίων και το 52% των Ελλήνων δεν σέβεται τις αποστάσεις ασφαλείας, ενώ το 33% των Ευρωπαίων και το 35% των Ελλήνων κάνει προσπέραση από δεξιά στον αυτοκινητόδρομο. Πιο ανησυχητικό, ίσως, είναι το ζήτημα της ζώνης ασφαλείας: μόνο το 17% των Ευρωπαίων δεν τη φοράει πάντα, αλλά το αντίστοιχο ποσοστό στους Έλληνες είναι 37%, σχεδόν διπλάσιο, και αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές αποκλίσεις της χώρας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση αποτελεί πλέον τη νόρμα, όχι την εξαίρεση. Το 65% των Ευρωπαίων και το 66% των Ελλήνων μιλά στο τηλέφωνο ενώ οδηγεί, ενώ το 24% και 25% αντίστοιχα στέλνει ή διαβάζει μηνύματα πίσω από το τιμόνι. Παράλληλα, το 78% των Ευρωπαίων και το 70% των Ελλήνων παραδέχεται ότι στρέφει το βλέμμα εκτός δρόμου για περισσότερα από δύο δευτερόλεπτα κατά την οδήγηση — ένα χρονικό διάστημα που, στα 100 χλμ./ώρα, ισοδυναμεί με διανυθείσα απόσταση περίπου 56 μέτρων «τυφλά».
Αλλά ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία της έρευνας αφορά τους νέους οδηγούς ηλικίας 16 έως 24 ετών. Αυτή η ηλικιακή ομάδα υπερεκπροσωπείται σε επικίνδυνες συμπεριφορές: το 39% στέλνει ή διαβάζει μηνύματα ενώ οδηγεί — έναντι του 24% του γενικού πληθυσμού — και το 4% οδηγεί υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, έναντι του 2% γενικά. Αυτά τα στοιχεία αποκτούν ακόμα πιο τραγική διάσταση αν συνδυαστούν με το γεγονός ότι τα άτομα ηλικίας 18 έως 24 ετών αντιπροσωπεύουν το 12% των θανάτων στους δρόμους, ενώ αποτελούν μόλις το 7% του πληθυσμού. Δύο φορές πιο πιθανό να σκοτωθεί ένας νέος στον δρόμο σε σχέση με το μερίδιό του στον πληθυσμό.
Η επιθετική οδηγική συμπεριφορά αποτελεί άλλη μια διαδεδομένη παθολογία — και εδώ οι Έλληνες εμφανίζονται με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά. Το 89% των Ελλήνων (έναντι 82% των Ευρωπαίων) δηλώνει ότι φοβάται την επιθετική συμπεριφορά των άλλων οδηγών. Ταυτόχρονα, το 55% των Ελλήνων παραδέχεται ότι βρίζει άλλους οδηγούς (Ευρώπη: 49%), το 52% κορνάρει άσκοπα (Ευρώπη: 45%), το 45% σκόπιμα «κολλάει» στο πίσω μέρος οχήματος που το ενοχλεί (Ευρώπη: 28%) και, ιδιαίτερα ανησυχητικό, το 22% κατεβαίνει από το αυτοκίνητό του για να διαπληκτιστεί (Ευρώπη: 17%). Η εικόνα αυτή περιγράφει έναν οδηγό που φοβάται τους άλλους αλλά ταυτόχρονα συμπεριφέρεται επιθετικά, δηλαδή ένας φαύλος κύκλος επιθετικότητας στον δρόμο.
Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα, οι εκπρόσωποι του κλάδου καλούν σε ουσιαστική αλλαγή. Η Bernadette Moreau, Διευθύνουσα Σύμβουλος του Ιδρύματος VINCI Autoroutes, υπογράμμισε ότι «αντιμέτωποι με τις τραγωδίες που συνδέονται με την οδική ανασφάλεια, όλοι οι οδηγοί πρέπει να αναθεωρήσουν τη συμπεριφορά τους πίσω από το τιμόνι», ενώ ο Παναγιώτης Παπανικόλας, Πρόεδρος της Ολυμπία Οδός, επισήμανε την ανάγκη ανανέωσης της δέσμευσης για μηδενισμό των θανατηφόρων ατυχημάτων και αλλαγή συμπεριφοράς. Η Βασιλική Δανέλλη-Μυλωνά, Πρόεδρος του Ι.Ο.Α.Σ. «Πάνος Μυλωνάς», έθεσε ως βάση για κάθε βιώσιμη βελτίωση την εκπαίδευση από νεαρή ηλικία και την καλλιέργεια κουλτούρας Οδικής Ασφάλειας.
Το 97% που πιστεύει ότι οδηγεί καλά και το 83% που υπερβαίνει το όριο ταχύτητας δεν είναι δύο διαφορετικές ομάδες. Είναι σε μεγάλο βαθμό τα ίδια πρόσωπα και αυτός είναι και ο λόγος που η οδική ασφάλεια παραμένει πρόβλημα δύσκολο να λυθεί με μόνη τη νομοθεσία και τις κάμερες.