Μία από τις πιο καθοριστικές δικαστικές μάχες στην ιστορία της σύγχρονης τεχνολογίας ξεκινά στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τον κολοσσό της Meta να κάθεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Η εταιρεία πίσω από το Facebook και το Instagram βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν πανίσχυρο συνασπισμό 29 αμερικανικών πολιτειών, οι οποίες την εγκαλούν για σκόπιμη δημιουργία εθιστικών πλατφορμών, πλήρη επίγνωση των ψυχολογικών κινδύνων για τους ανηλίκους και συστηματική παραπλάνηση της κοινής γνώμης.
Η υπόθεση δεν αφορά απλώς την επιχειρηματική ηθική μιας εταιρείας, αλλά αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο έχουν δομηθεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την επίδρασή τους στην ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων.
Στην πρώτη γραμμή της δικαστικής σύγκρουσης βρίσκονται τέσσερις πολιτείες —η Καλιφόρνια, το Κολοράντο, το Κεντάκι και το Νιου Τζέρσεϊ— οι οποίες έχουν αναλάβει να εκπροσωπήσουν την υπόθεση ενώπιον της δικαιοσύνης.
Το κατηγορητήριο που έχουν συντάξει οι εισαγγελείς στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: πρώτον, ότι η Meta ενσωμάτωσε συνειδητά στις εφαρμογές της μηχανισμούς εθισμού σχεδιασμένους να αιχμαλωτίζουν την προσοχή των νέων· δεύτερον, ότι απέκρυψε σκόπιμα τους κινδύνους από τους γονείς και τους χρήστες· και τρίτον, ότι προχώρησε σε παράνομη συλλογή δεδομένων παιδιών κάτω των 13 ετών χωρίς την απαιτούμενη γονική συναίνεση, παραβιάζοντας κατάφωρα την ομοσπονδιακή νομοθεσία. Πέρα από τις οικονομικές κυρώσεις, οι πολιτείες απαιτούν βαθιές, δομικές αλλαγές στον αλγόριθμο και στη λειτουργία των πλατφορμών, ώστε να τεθούν αυστηρά όρια προστασίας για το ανήλικο κοινό.
Οι οικονομικές αξιώσεις που συνοδεύουν τη δίκη προκαλούν ίλιγγο, καθώς το ποσό που διεκδικούν οι τέσσερις πολιτείες αγγίζει τα 193 δισεκατομμύρια δολάρια. Το νούμερο αυτό δεν αποτελεί ένα τυχαίο ή ενιαίο πρόστιμο, αλλά το άθροισμα των επιμέρους παραβάσεων που καταγράφηκαν βάσει των νόμων περί προστασίας των καταναλωτών. Οι εισαγγελείς υπολόγισαν μία παράβαση για κάθε ανήλικο χρήστη που επηρεάστηκε από τις πρακτικές της πλατφόρμας, αξιοποιώντας ακόμη και εσωτερικά δεδομένα της ίδιας της Meta για τη δραστηριότητα παιδιών και εφήβων από το 2012 μέχρι σήμερα.
Το συγκεκριμένο ποσό ισοδυναμεί περίπου με τον ετήσιο κύκλο εργασιών της εταιρείας και είναι τριπλάσιο των ετήσιων κερδών της, ενώ ορισμένες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι η θεωρητική έκθεση της εταιρείας σε αποζημιώσεις θα μπορούσε να εκτιναχθεί έως και τα 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Η τελική κρίση ανήκει στη δικαστή Ιβόν Γκονσάλες Ρότζερς, η οποία θα σταθμίσει τόσο τη σοβαρότητα των παραβάσεων όσο και τη συνολική οικονομική βιωσιμότητα της εταιρείας.
Το κλίμα στη δικαστική αίθουσα φορτίζεται ιδιαίτερα από τη σκληρή ρητορική των εισαγγελέων, με χαρακτηριστική τη στάση του γενικού εισαγγελέα του Κεντάκι, Ράσελ Κόουλμαν. Ο Κόουλμαν κατηγόρησε ευθέως τη Meta ότι επέλεξε να αγνοήσει τις βλάβες που προκαλούσε στους νέους επειδή αυτό εξυπηρετούσε την οικονομική της κερδοφορία. Μάλιστα, δεν δίστασε να παραλληλίσει τη σημερινή διαδικασία με τις ιστορικές νομικές συγκρούσεις του παρελθόντος, σημειώνοντας ότι όπως η αμερικανική δικαιοσύνη ανάγκασε σε λογοδοσία τη βιομηχανία του καπνού τη δεκαετία του 1990 και αργότερα τις φαρμακοβιομηχανίες για την κρίση των οπιοειδών, με τον ίδιο τρόπο θα επιβάλει κανόνες και στον τεχνολογικό γίγαντα των social media.
Από την πλευρά της, η Meta απορρίπτει κατηγορηματικά τις αιτιάσεις, χαρακτηρίζοντας τις απαιτήσεις των πολιτειών ως πρωτοφανείς στην ιστορία του δικαίου των καταναλωτών και οργανώνοντας τη γραμμή άμυνάς της γύρω από τρία νομικά και επιστημονικά επιχειρήματα. Αρχικά, η εταιρεία υποστηρίζει ότι η έννοια του «εθισμού στα social media» παραμένει ένα ανοιχτό πεδίο επιστημονικής διαμάχης, τονίζοντας πως δεν περιλαμβάνεται ως επίσημη διαταραχή στο διαγνωστικό εγχειρίδιο της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας. Παράλληλα, διατείνεται ότι τα πολυπαραγοντικά προβλήματα ψυχικής υγείας της νέας γενιάς δεν είναι δυνατόν να αποδίδονται μονοδιάστατα σε μία εφαρμογή.
Στο κρίσιμο μέτωπο της συλλογής δεδομένων για χρήστες κάτω των 13 ετών, η νομική ομάδα της Meta ακολουθεί μια τακτική ελιγμών: παρότι παραδέχεται την έλλειψη γονικής συναίνεσης, ισχυρίζεται ότι η σχετική νομοθεσία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εις βάρος της, καθώς οι όροι χρήσης των εφαρμογών απαγορεύουν ρητά την εγγραφή παιδιών αυτής της ηλικίας. Σύμφωνα με την εταιρεία, από τη στιγμή που οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί εντοπίζονται και διαγράφονται, δεν υπάρχει η νομικά απαιτούμενη «ουσιαστική γνώση» για την παρουσία ανηλίκων στις πλατφόρμες της.
Η Meta επιχειρεί επίσης να προτάξει τα προστατευτικά μέτρα που έχει ήδη θεσπίσει, με κυριότερο τη δημιουργία των «λογαριασμών εφήβων» τον Σεπτέμβριο του 2024, οι οποίοι περιλαμβάνουν αυστηρότερες ρυθμίσεις ιδιωτικότητας και γονικού ελέγχου. Ωστόσο, οι πολιτείες αντικρούουν αυτές τις κινήσεις, χαρακτηρίζοντάς τες ως καθυστερημένες διορθωτικές ενέργειες που δεν αναιρούν τη χρόνια συστηματική έκθεση των νέων σε επιβλαβές περιεχόμενο.
Η παρούσα δίκη δεν διεξάγεται σε ουδέτερο έδαφος, καθώς βαραίνει ήδη η προηγούμενη δικαστική ήττα της Meta στο Λος Άντζελες, όπου το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για την πρόκληση ψυχικής βλάβης σε έφηβη από την παρατεταμένη χρήση των εφαρμογών της. Αυτό το δεδικασμένο αποτελεί έναν ισχυρό οιωνό για την έκβαση της νέας διαδικασίας. Το διακύβευμα στη δικαστική αίθουσα ξεπερνά κατά πολύ τις οικονομικές αποζημιώσεις των δισεκατομμυρίων· αφορά τη θέσπιση ενός νέου πλαισίου λογοδοσίας της Big Tech, που θα καθορίσει αν η ψηφιακή αρχιτεκτονική του μέλλοντος θα συνεχίσει να θυσιάζει την ευημερία των ανηλίκων στον βωμό της διαρκούς διάδρασης και του κέρδους.