Έξι νέοι θάνατοι μέσα σε επτά ημέρες. Ο απολογισμός από τον ιό του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα ανεβαίνει, με τους νεκρούς να φτάνουν πλέον τους 30, από 24 που ήταν την προηγούμενη εβδομάδα, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία του ΕΟΔΥ. Στο ίδιο διάστημα καταγράφηκαν και 34 νέα εγχώρια κρούσματα, γεγονός που δείχνει ότι η φετινή περίοδος μετάδοσης απέχει ακόμη από την ολοκλήρωσή της.
Από την έναρξη της επιτήρησης έως και τις 9 Σεπτεμβρίου έχουν διαγνωστεί και δηλωθεί συνολικά 324 εγχώρια κρούσματα. Από αυτά, τα 217 παρουσίασαν εκδηλώσεις από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, δηλαδή εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα ή οξεία χαλαρή παράλυση, ενώ άλλοι 107 ασθενείς εμφάνισαν ήπιες εκδηλώσεις.
Η αναλογία αυτή χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση, γιατί με την πρώτη ματιά μοιάζει να δείχνει έναν ιό εξαιρετικά επιθετικό. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Στη διεθνή βιβλιογραφία εκτιμάται ότι η συντριπτική πλειονότητα όσων μολύνονται από τον ιό δεν εμφανίζει κανένα απολύτως σύμπτωμα, ενώ ένα μικρό ποσοστό εκδηλώνει ήπια, γριπώδη συμπτωματολογία που σπάνια οδηγεί σε διάγνωση. Οι σοβαρές νευροδιεισδυτικές μορφές αφορούν ελάχιστους. Αν, λοιπόν, στα επίσημα στοιχεία τα δύο τρίτα των κρουσμάτων είναι βαριά, αυτό δεν σημαίνει ότι ο ιός χτυπά τόσο σκληρά τους περισσότερους. Σημαίνει ότι καταγράφονται κυρίως όσοι νοσηλεύονται, δηλαδή ότι η πραγματική διασπορά στον πληθυσμό είναι πολλαπλάσια από όση αποτυπώνεται.
Εξίσου εύγλωττο είναι ένα δεύτερο στοιχείο. Το σύνολο όσων έχουν χάσει τη ζωή τους είναι ηλικίας άνω των 65 ετών, χωρίς καμία εξαίρεση. Η ηλικία αποτελεί τον ισχυρότερο γνωστό παράγοντα κινδύνου για βαριά νόσηση, μαζί με τα υποκείμενα νοσήματα και την ανοσοκαταστολή. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η προστασία πρέπει να στοχεύει πρωτίστως στους ηλικιωμένους και στα άτομα με χρόνια προβλήματα υγείας, ακόμη κι όταν οι ίδιοι δεν αισθάνονται ότι κινδυνεύουν.
Γεωγραφικά, ο ιός έχει πλέον καταγραφεί σε 73 δήμους, οι οποίοι ανήκουν σε 22 Περιφερειακές Ενότητες. Περιστατικά έχουν εντοπιστεί στις περιφέρειες Αττικής, Θεσσαλίας, Κεντρικής Μακεδονίας, Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδας και Κρήτης. Στην Αττική, κρούσματα έχουν σημειωθεί στην Ανατολική Αττική, στον Βόρειο, τον Δυτικό, τον Κεντρικό και τον Νότιο Τομέα Αθηνών, καθώς και στον Πειραιά. Στην υπόλοιπη χώρα, η λίστα περιλαμβάνει τις Περιφερειακές Ενότητες Καρδίτσας, Λάρισας, Τρικάλων, Ημαθίας, Θεσσαλονίκης, Πέλλας, Πιερίας, Σερρών, Λακωνίας, Εύβοιας, Βοιωτίας, Ρεθύμνου, Ηρακλείου, Ροδόπης και Έβρου.
Το στοιχείο που ξεχωρίζει φέτος, και για το οποίο ο ΕΟΔΥ κάνει ιδιαίτερη αναφορά, είναι η Αττική. Ο Οργανισμός κάνει λόγο για «ιδιαίτερα έντονη κυκλοφορία του ιού», με τον αριθμό των κρουσμάτων σε συγκεκριμένες περιοχές να είναι αυξημένος σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια. Η μεταβολή αυτή έχει σημασία, καθώς ιστορικά το επίκεντρο της ελληνικής επιδημιολογικής εικόνας βρισκόταν στα πεδινά και υδροχαρή τμήματα της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Η μετατόπιση προς ένα πυκνοκατοικημένο αστικό κέντρο αλλάζει το μέγεθος του εκτεθειμένου πληθυσμού και επομένως και τον αναμενόμενο αριθμό βαριών περιστατικών.
Για να γίνει κατανοητό το γιατί, χρειάζεται μια υπενθύμιση του τρόπου με τον οποίο κυκλοφορεί ο ιός. Φυσική δεξαμενή αποτελούν τα πτηνά, ενώ ο ιός μεταδίδεται μέσω κουνουπιών του γένους Culex, δηλαδή των πιο κοινών κουνουπιών που συναντά κανείς και μέσα στις πόλεις. Ο άνθρωπος αποτελεί τελικό ξενιστή, δεν μεταδίδει τον ιό σε άλλον άνθρωπο μέσω επαφής. Η πυκνότητα του πληθυσμού των κουνουπιών, η θερμοκρασία και η ύπαρξη στάσιμων νερών καθορίζουν, λοιπόν, σε μεγάλο βαθμό την ένταση κάθε περιόδου. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο εμπλέκονται οι παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες, οι οποίες επιμηκύνουν τη διάρκεια κυκλοφορίας και επιταχύνουν τον κύκλο αναπαραγωγής του ιού μέσα στο έντομο.
Ο ΕΟΔΥ θεωρεί αναμενόμενη την καταγραφή επιπλέον κρουσμάτων το επόμενο διάστημα, τόσο στις περιοχές όπου έχει ήδη εντοπιστεί ο ιός όσο και σε νέες, και συστήνει τη λήψη μέτρων προστασίας από τα κουνούπια σε ολόκληρη τη χώρα και καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου κυκλοφορίας τους. Καθώς δεν υπάρχει ούτε εμβόλιο για τον άνθρωπο ούτε ειδική αντιική θεραπεία, με την αντιμετώπιση να είναι υποστηρικτική, η πρόληψη παραμένει στην πραγματικότητα το μοναδικό ουσιαστικό εργαλείο.
Πέρα από τους δήμους με καταγεγραμμένα κρούσματα, ο Οργανισμός έχει χαρακτηρίσει επιπλέον περιοχές ως «υψηλού κινδύνου». Στην Αττική περιλαμβάνονται οι δήμοι Ηρακλείου, Νέας Σμύρνης, Παλαιού Φαλήρου, Νέας Φιλαδέλφειας – Νέας Χαλκηδόνας, Δάφνης – Υμηττού και Ιλίου. Στη Θεσσαλονίκη οι δήμοι Καλαμαριάς, Νεάπολης – Συκεών, Παύλου Μελά και Ωραιοκάστρου. Στη λίστα περιλαμβάνονται επίσης οι δήμοι Μουζακίου, Φαρκαδόνας, Αμφίπολης, Πύδνας – Κολινδρού, Κιλκίς, Κορινθίων, Χερσονήσου και Τήνου.
Στους δήμους αυτούς δεν έχουν καταγραφεί μέχρι στιγμής ανθρώπινα κρούσματα κατά τη φετινή περίοδο. Συνδυάζονται ωστόσο, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο επικείμενης μετάδοσης, όπως η γειτνίαση με ήδη επηρεαζόμενες περιοχές, τα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά και τα τρέχοντα ή παλαιότερα επιδημιολογικά δεδομένα. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν μηχανισμό έγκαιρης προειδοποίησης, ο οποίος επιτρέπει στις τοπικές αρχές να εντείνουν τους ψεκασμούς και τις παρεμβάσεις καταπολέμησης προτού εμφανιστεί το πρώτο περιστατικό, και όχι μετά.
Η κατάσταση, τέλος, δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Κατά την περίοδο μετάδοσης του 2026, κρούσματα έχουν καταγραφεί επίσης σε Ιταλία, Ρουμανία, Γαλλία, Βόρεια Μακεδονία, Σερβία, Ισπανία, Αλβανία, Γερμανία, Κόσοβο, Κροατία, Αυστρία, Ουγγαρία, Ολλανδία και Κύπρο. Η παρουσία του ιού σε χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, όπου μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σπάνιος, είναι ίσως η πιο ανησυχητική παράμετρος. Δείχνει ότι το φαινόμενο δεν αφορά μια εποχική έξαρση σε μια συγκεκριμένη ζώνη, αλλά μια σταδιακή επέκταση του γεωγραφικού του εύρους, η οποία συνδέεται άμεσα με τις μεταβολές του κλίματος και την αντίστοιχη μετακίνηση των πληθυσμών των εντόμων προς τον βορρά.