Χωρίς άδεια δικηγόρου, με ποινική καταδίκη, με μια σειρά από χαμένες κάλπες και με δηλωμένο κίνητρο την εκδίκηση. Αυτός είναι ο άνθρωπος που άνοιξε τον φάκελο Γκιλφόιλ και τώρα στρέφεται κατά του Βανς.
- Η ομολογία που άλλαξε τα πάντα
- Ένας δικηγόρος που η Δικαιοσύνη έβγαλε εκτός νόμου
- Καταδικασμένος για την καταδίωξη του ανιψιού του
- Όταν η αλήθεια γίνεται προαιρετική
- Η δικαστική αίθουσα ως όπλο εκδίκησης
- Ο αιώνιος ηττημένος της κάλπης
- Επόμενος στόχος ο αντιπρόεδρος
- Η απάντηση των δικηγόρων που γκρεμίζει τα ψέμματα του Ντίτερς
- Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ δεν σκοπεύει να σωπάσει…
Στην Ουάσιγκτον όλοι μιλούν για τα μηνύματα. Ελάχιστοι μιλούν για τον αποστολέα. Ο Έρικ Ντίτερς, ο άνθρωπος που πυροδότησε την παραίτηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ, παρουσιάζεται ως ο θαρραλέος πληροφοριοδότης που αποκάλυψε τη διαφθορά. Η διαδρομή του όμως αφηγείται μια πολύ διαφορετική ιστορία. Μια ιστορία με πειθαρχικές ποινές, δικαστικές συγκρούσεις, ψευδείς ισχυρισμούς και ανοιχτές απειλές.
Η ομολογία που άλλαξε τα πάντα
Ο Ντίτερς δεν κρύβει γιατί μίλησε. Το είπε ο ίδιος, στον αέρα του PBS. «Το κίνητρό μου σε όλο αυτό είναι η εκδίκηση». Όπως εξήγησε, είχε ζητήσει επί μήνες από τον Τζέι Ντι Βανς, τη Σούζι Γουάιλς, τον Τραμπ Τζούνιορ, την Παμ Μπόντι και τον Κας Πατέλ να μεσολαβήσουν για την έκδοση του Αμπουμπακάρ Ατίκ Ντουράνι, ενός χειρουργού από το Οχάιο που διέφυγε στο Πακιστάν όταν κατηγορήθηκε ότι εξαπατούσε ασφαλιστικές εταιρείες με περιττές επεμβάσεις στη σπονδυλική στήλη. Ο Ντίτερς εκπροσωπεί πρώην ασθενείς του.
Η στιγμή της ρήξης περιγράφεται από τον ίδιο με ωμή ειλικρίνεια. Έστειλε email στη Γουάιλς, στην Γκιλφόιλ και στον Τραμπ Τζούνιορ με ένα τελεσίγραφο. Αν δεν κινούσαν τη διαδικασία έκδοσης, θα πήγαινε στα μέσα ενημέρωσης για να δει τι θα γίνει. Δεν τον άκουσαν. Και εκείνος έκανε ακριβώς αυτό που είχε απειλήσει.
Μετά την παραίτηση της πρέσβειρας, πήγε ακόμη πιο μακριά. Δήλωσε στο NewsNation ότι στόχος του από την αρχή ήταν να χρησιμοποιήσει το σκάνδαλο ώστε να τραβήξει την προσοχή της κυβέρνησης στο αίτημά του. Με άλλα λόγια, η Γκιλφόιλ δεν ήταν ο σκοπός. Ήταν το μέσο πίεσης.
Ένας δικηγόρος που η Δικαιοσύνη έβγαλε εκτός νόμου
Ο Ντίτερς υπήρξε ποινικολόγος στο βόρειο Κεντάκι. Η καριέρα του όμως σημαδεύτηκε από διαδοχικές αναστολές. Το 2012 το Ανώτατο Δικαστήριο του Κεντάκι τον έθεσε σε αναστολή για 61 ημέρες. Τον Μάιο του 2013 ήρθε δεύτερη αναστολή 60 ημερών, για ανακριβείς δηλώσεις ενώπιον δικαστηρίου σε αστική υπόθεση και σε αγωγή συκοφαντίας που είχε καταθέσει κατά του εισαγγελέα της κομητείας Κέντον.
Από το 2020 βρίσκεται σε αναστολή για πειθαρχικούς λόγους. Τον Ιούνιο του 2021 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του για επαναφορά της άδειας, με τον πρόεδρό του να περιγράφει τον τρόπο που ασκούσε τη δικηγορία ως αναρχία και την απόφαση να σημειώνει την εκπληκτική έλλειψη αυτογνωσίας του. Η ίδια απόφαση κατέγραψε ότι τον Δεκέμβριο του 2020 είχε εξαπολύσει χυδαίες ύβρεις κατά μελών του Δικηγορικού Συλλόγου.
Σήμερα αυτοσυστήνεται ως συνταξιούχος δικηγόρος που κουράστηκε από το σύστημα. Ενώπιον της Journal προτίμησε έναν πιο αποκαλυπτικό όρο. Αυτοαποκλήθηκε νομικός παράνομος.
Καταδικασμένος για την καταδίωξη του ανιψιού του
Τον Οκτώβριο του 2022, ενώ ήταν ήδη υποψήφιος κυβερνήτης, ο έφηβος ανιψιός του τού έκανε μια άσεμνη χειρονομία. Η απάντηση του Ντίτερς ήταν να τον καταδιώξει με το αγροτικό του μέσα από τη φάρμα του αδελφού του, φτάνοντας κατά μάρτυρα σε απόσταση λίγων εκατοστών από το όχημα του ανηλίκου. Στους αστυνομικούς παραδέχθηκε ότι σκοπός του ήταν να τον τρομοκρατήσει. Ακολούθησαν φωνητικά μηνύματα και γραπτά προς τη νύφη του, γεμάτα ομοφοβικές ύβρεις και απειλές ξυλοδαρμού.
Τον Μάρτιο του 2023 ομολόγησε την ενοχή του σε τρία πλημμελήματα, ένα για απειλή και δύο για παρενοχλητική επικοινωνία. Καταδικάστηκε σε 270 ημέρες φυλάκιση, με αναστολή υπό τον όρο να μην πλησιάσει την οικογένεια για δύο χρόνια. Ο αδελφός του είχε ήδη εξασφαλίσει περιοριστικό όρο εναντίον του. Η εισαγγελία της κομητείας Κέντον χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του ανάρμοστη και ποινικά κολάσιμη.
Όταν η αλήθεια γίνεται προαιρετική
Η σχέση του Ντίτερς με τα ψέμματα δεν απασχόλησε μόνο τα πειθαρχικά όργανα. Τον Ιανουάριο του 2023 ισχυρίστηκε δημόσια ότι ο αθλητής των Buffalo Bills Νταμάρ Χάμλιν είχε πεθάνει μετά από χτύπημα στο γήπεδο του Σινσινάτι. Ο Χάμλιν όχι μόνο ζούσε, αλλά επέστρεψε και στους αγωνιστικούς χώρους!
Στον αγώνα για την θέση του κυβερνήτη, κατήγγειλε ότι η αντίπαλός του Κέλι Κραφτ δεν ήταν νόμιμη κάτοικος του Κεντάκι. Δικαστής της κομητείας Φαγιέτ απέρριψε την προσφυγή ως νομικά αβάσιμη. Το 2020, σύμφωνα με την Enquirer, του απαγορεύτηκε η είσοδος στο δικαστικό μέγαρο της κομητείας Χάμιλτον, αφού δικαστής ανέφερε ότι απείλησε να το κάψει.
Όταν η Άμνα Ναουάζ του PBS τον ρώτησε ευθέως γιατί κάποιος να τον πιστέψει μετά από δύο αναστολές για ψευδείς δηλώσεις, η απάντησή του ήταν μία φράση. Τα αμφισβητεί όλα.
Η δικαστική αίθουσα ως όπλο εκδίκησης
Για τον Ντίτερς, η αγωγή δεν είναι έσχατη λύση. Είναι τρόπος ζωής. Μήνυσε για συκοφαντία τον εισαγγελέα της κομητείας Κέντον. Προσέφυγε κατά της υποψηφιότητας της Κέλι Κραφτ. Το 2024 προσέφυγε και κατά της υποψηφιότητας του βουλευτή Τόμας Μάσι. Το δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, εκείνος άσκησε έφεση και ο Μάσι ζήτησε την επιβολή κυρώσεων εις βάρος του για παραβιάσεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας.
Ακόμη και όταν δεν είχε άδεια, δεν απομακρύνθηκε από τα δικαστήρια. Ο Δικηγορικός Σύλλογος του Κεντάκι ζήτησε να κηρυχθεί ένοχος περιφρόνησης επειδή, όπως υποστήριξε, καθοδηγούσε αγωγές παρασκηνιακά ενώ τελούσε σε αναστολή, συμβουλεύοντας πελάτες χωρίς να είναι παρών άλλος δικηγόρος.
Ο αιώνιος ηττημένος της κάλπης
Ο Ντίτερς ήθελε πάντα να γίνει παίκτης. Οι ψηφοφόροι είχαν άλλη γνώμη. Το 2023 διεκδίκησε το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών για το αξίωμα κυβερνήτη του Κεντάκι και τερμάτισε τέταρτος με περίπου 6%. Ο Τραμπ, τον οποίο υποστήριζε φανατικά, στήριξε αντίπαλό του, τον γενικό εισαγγελέα Ντάνιελ Κάμερον. Ο ίδιος ο Κάμερον αργότερα αποσύρθηκε από το Freedom Fest του Ντίτερς, όταν ο Μάσι ρώτησε δημόσια γιατί ένας υποψήφιος κυβερνήτης θα εμφανιζόταν σε εκδήλωση ενός ανθρώπου με τέτοιο ιστορικό.
Το 2024 δοκίμασε την τύχη του απέναντι στον Μάσι στην 4η εκλογική περιφέρεια. Το αποτέλεσμα ήταν ταπεινωτικό. Ο Μάσι πήρε 76%, ενώ ο Ντίτερς βγήκε τρίτος με 11,5%, πίσω ακόμη και από έναν υποψήφιο που έκανε περιορισμένη εκστρατεία. Στο μεταξύ, ο κυβερνήτης Άντι Μπεσίαρ καλούσε όλους τους αιρετούς να καταδικάσουν τις ρατσιστικές ύβρεις του.
Επόμενος στόχος ο αντιπρόεδρος
Η παραίτηση της Γκιλφόιλ δεν τον ικανοποίησε. Τον ενθάρρυνε. Την ίδια μέρα, στην εκπομπή της Κέιτι Πάβλιτς στο NewsNation, ο Ντίτερς ξεκαθάρισε ότι η πρέσβειρα δεν θα είναι ο τελευταίος του στόχος αν η κυβέρνηση δεν ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του. Κατονόμασε τον Τζέι Ντι Βανς ως κάποιον που αγνόησε το αίτημά του και δήλωσε ότι δεν σκοπεύει να τον αφήσει να ξεφύγει.
Αποκάλυψε ότι έχει ήδη στείλει νέα email σε αξιωματούχους του Λευκού Οίκου, ανάμεσά τους η προσωπάρχης Σούζι Γουάιλς. Η απαίτησή του είναι διατυπωμένη ως εκβιαστικό δίλημμα. Έκδοση και έρευνα για τον Ντουράνι, αλλιώς όχι μόνο θα μηνύσει την Γκιλφόιλ αλλά «δεν πρόκειται να σωπάσει ποτέ». Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση δεν θέλει να συνεχιστεί αυτή η ιστορία και ότι, αν δεν κάνει ό,τι ζητά, θα φροντίσει να συνεχιστεί.
Πρόκειται για απειλή πολιτικής φθοράς, όχι σωματικής βίας. Αλλά η λογική είναι ξεκάθαρη. Ένας ιδιώτης με ποινικό μητρώο προσπαθεί να επιβάλει την ατζέντα του στον Λευκό Οίκο χρησιμοποιώντας τη δημοσιότητα ως μοχλό.
Η απάντηση των δικηγόρων που γκρεμίζει τα ψέμματα του Ντίτερς
Οι δικηγόροι της Γκιλφόιλ, Τζέσι Μπίναλ και Ντέιβιντ Σβαρτς, απάντησαν με αναλυτική γραπτή δήλωση το βράδυ της Κυριακής 11 Οκτωβρίου, δύο μέρες πριν από την παραίτηση. Η εικόνα που περιγράφουν είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη του Ντίτερς. Δεν πρόκειται για δωροδοκία αλλά για ένα απλήρωτο χρέος.
Σύμφωνα με τη δήλωση, ο Ντίτερς προσέλαβε την Γκιλφόιλ ως κεντρική ομιλήτρια στο Freedom Fest, την εκδήλωση που χρησιμοποιούσε για να χτίσει το πολιτικό του προφίλ. Στις 20 Μαΐου 2024 υπέγραψε γραπτή σύμβαση μέσω πρακτορείου, με αμοιβή 200.000 δολαρίων πληρωτέα έως τις 31 Μαΐου. Συμφώνησε επίσης να πληρώσει για υπηρεσίες στρατηγικής επικοινωνίας και άντλησης κεφαλαίων, συμφωνία για την οποία τρίτος μάρτυρας έχει καταθέσει ενόρκως.
Ο Ντίτερς, κατά τους δικηγόρους, δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του. Έχασε την προθεσμία και επί μήνες έστελνε σποραδικά μερικά εμβάσματα, συνοδευόμενα από δικαιολογίες. Στα δικά του μηνύματα ρίχνει την ευθύνη στον συνεργάτη και στους δικηγόρους του, και αυτοχαρακτηρίζεται εκατομμυριούχος σε ταμειακή στενότητα. Περίπου 150.000 δολάρια για ομιλίες και συμβουλευτική του 2024 και των αρχών του 2025 παραμένουν απλήρωτα.
Όταν η Γκιλφόιλ ετοιμαζόταν να μπει στη δημόσια υπηρεσία, εξηγούν, προσπάθησε απλώς να κλείσει τις εκκρεμείς απαιτήσεις της, όπως θα έκανε κάθε επαγγελματίας. «Το να ζητάς από έναν πελάτη να πληρώσει για δουλειά που έγινε ήδη δεν είναι διαφθορά», γράφουν. Το quid pro quo του Ντίτερς είναι, κατά τους ίδιους, ένας ασυνεπής πελάτης που κλήθηκε να εξοφλήσει έναν ληξιπρόθεσμο λογαριασμό.
Η δήλωση στρέφει τα λόγια του Ντίτερς εναντίον του. Θυμίζει ότι ο ίδιος παραδέχθηκε πως πλήρωνε παραπάνω για να καλλιεργεί σχέσεις στον κόσμο του Τραμπ και ότι της πρόσφερε ένα εκατομμύριο δολάρια για να προωθήσει την ιδιωτική του δικαστική υπόθεση σε κυβερνητικά στελέχη. Εκείνη αρνήθηκε. Ο ίδιος, σημειώνουν, έχει παραδεχθεί ότι δεν πλήρωσε ποτέ το υπόλοιπο και ότι δεν έλαβε τίποτα από εκείνη.
Για τα ταξίδια, οι δικηγόροι υποστηρίζουν ότι πριν από κάθε πτήση με ιδιωτικό αεροσκάφος η πρέσβειρα ζήτησε, έλαβε και ακολούθησε τις οδηγίες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τήρησε τους κανόνες δεοντολογίας, δώρων και δηλώσεων, κάτι που κατά τους ίδιους έχει επιβεβαιώσει η πρεσβεία. Εξετάζουν, όπως είπαν, όλα τα διαθέσιμα ένδικα μέσα για την είσπραξη του χρέους.
Μετά την παραίτηση, οι δικηγόροι επέμειναν ότι τα μηνύματα δεν έχουν πιστοποιηθεί, αφού δεν έχουν αναλυθεί στην αρχική τους μορφή, και δήλωσαν στο Newsweek ότι η Γκιλφόιλ υπηρέτησε με ακεραιότητα, τιμή και διάκριση.
Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ δεν σκοπεύει να σωπάσει…
Πίσω από τον θόρυβο υπάρχει και μια θητεία με ιστορικό αποτύπωμα. Στις 4 Νοεμβρίου 2025 η Γκιλφόιλ έγινε η πρώτη γυναίκα πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Πρώην εισαγγελέας στο Σαν Φρανσίσκο και στο Λος Άντζελες, έκανε την ενεργειακή ασφάλεια κεντρική προτεραιότητα της θητείας της, πείθοντας μισή ντουζίνα χώρες, από την Αλβανία ως τη Ρουμανία και την Ουκρανία, να εκφράσουν πρόθεση αγοράς αμερικανικού φυσικού αερίου μέσω του Κάθετου Διαδρόμου.
Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Μάρκο Ρούμπιο την επαινούσε ως εξαιρετικά αποτελεσματική υπέρμαχο της ατζέντας του Τραμπ, και την ίδια εβδομάδα εγκαινίασαν μαζί νέα πτέρυγα της πρεσβείας στην Αθήνα.
Ακόμη και την ημέρα της αποχώρησής της, ο Λευκός Οίκος την αποκάλεσε πολύτιμο μέλος της ομάδας και ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε ότι έκανε καλή δουλειά. Ο αντιπρόεδρος Βανς είχε υπενθυμίσει λίγες μέρες νωρίτερα ότι πρόκειται για κατηγορίες και ότι κανείς δεν δικάζεται στο δικαστήριο της κοινής γνώμης. Και όταν δημοσίευμα της απέδωσε κάποια λόγια που παρουσιάστηκαν ως απειλή προς την Ελλάδα, ο υπουργός Κωνσταντίνος Κυρανάκης, που ήταν παρών, διέψευσε δημόσια ότι υπήρξε οποιαδήποτε απειλή.
Πάντως, η ίδια δεν έχει καμία πρόθεση να υποχωρήσει. Στη δήλωση παραίτησής της χαρακτήρισε τις κατηγορίες ψευδείς και υποσχέθηκε να υπερασπιστεί σθεναρά το όνομα, τη φήμη και την ακεραιότητά της. «Δεν θα επιτρέψω σε ψευδείς κατηγορίες να ορίσουν τις δεκαετίες δημόσιας υπηρεσίας μου», έγραψε. Παράλληλα έμεινε πιστή στον Τραμπ και στο κίνημα America First, ευχαριστώντας τον πρόεδρο και τον Ρούμπιο για την εμπιστοσύνη τους.
Η Γκιλφόιλ αρνείται κατηγορηματικά κάθε παράπτωμα. Καμία αρχή δεν την έχει κρίνει ένοχη για οτιδήποτε.
Η Wall Street Journal λέει ότι επαλήθευσε τα μηνύματα, και το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξετάζει την υπόθεση. Η έρευνα αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί. Μέχρι τότε όμως ισχύει ένα στοιχειώδες ερώτημα για κάθε σοβαρό αναγνώστη. Πόση εμπιστοσύνη αξίζει ένας κατήγορος που έχασε την άδειά του για ψευδείς δηλώσεις, καταδικάστηκε για απειλές, ομολογεί ότι κινείται από εκδίκηση και απειλεί ανοιχτά τον αντιπρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών; Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ έχασε τη θέση της. Το τεκμήριο της αθωότητας δεν το έχασε. Και το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Ποιός ή ποιοί ωφελούνται απο την απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ απο την σημαντική θέση στην πρεσβεία της Αθήνας. Κάποιοι δείχνουν οργανωμένα συμφέροντα που υπονομεύουν με τακτική την κυβέρνηση Τραμπ και τα στελέχη της. Και άλλοι, που είναι οι περισσότεροι, αφήνουν αιχμές για τουρκική προβοκάτσια, επειδή το καθεστώς Ερντογάν είναι αντίθετο με τον κάθετο διάδρομο και τον σημαντικό ρόλο της Ελλάδας.
Το ρεπορτάζ συνεχίζεται…