Γεννήθηκε σε μια σπηλιά του Πηλίου, τον Δεκέμβριο του 1943, όταν το κλάμα ενός μωρού μπορούσε να σημάνει τον θάνατο μιας ολόκληρης οικογένειας. Έφυγε από τη ζωή οκτώ δεκαετίες αργότερα, στη Νέα Υόρκη, έχοντας αφιερώσει μεγάλο μέρος της διαδρομής του στο να μη σβήσει η μνήμη εκείνων των ημερών.
Ο ομότιμος καθηγητής και επιζών του Ολοκαυτώματος Άσερ Ματαθίας έφυγε την Κυριακή σε ηλικία 82 ετών. Ελληνοεβραίος με μακρά παρουσία στην Ομογένεια και ενεργό δράση κατά του αντισημιτισμού, έκλεισε έναν κύκλο ζωής που είχε ξεκινήσει κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, στη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής στην Ελλάδα.
Γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1943, σε σπηλιά στο Πήλιο, κοντά στον Βόλο, όπου οι γονείς του Ιάκωβος και Νίνα είχαν καταφύγει για να διαφύγουν από τους διωγμούς. Ο πατέρας του καταγόταν από οικογένεια Ρωμανιωτών Εβραίων, ενώ η μητέρα του από Σεφαραδίτες, των οποίων οι πρόγονοι είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μετά την εκδίωξή τους από την Ισπανία το 1492. Στο πρόσωπό του, δηλαδή, συναντήθηκαν και τα δύο μεγάλα ρεύματα του ελληνικού Ιουδαϊσμού.
Οι γονείς του είχαν παντρευτεί το 1942 και, όταν οι διώξεις και οι συλλήψεις των Εβραίων εντάθηκαν, εγκατέλειψαν τον Βόλο αναζητώντας καταφύγιο στα βουνά. Στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν βρήκαν τη βοήθεια Ελλήνων που, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμη και τη δική τους ζωή, τους προσέφεραν προστασία.
Η επιβίωση του νεογέννητου τότε Άσερ ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, ακριβώς επειδή ένα κλάμα αρκούσε για να αποκαλυφθεί η κρυψώνα. Ο ίδιος αφηγούνταν αργότερα και ένα περιστατικό κατά το οποίο γερμανική περίπολος τους εντόπισε, αλλά ένας νεαρός Γερμανός στρατιώτης επέλεξε να τους αφήσει να ζήσουν. Η εμπειρία αυτή, όπως είχε αναφέρει, επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε στη συνέχεια τη συλλογική απόδοση ευθύνης στους Γερμανούς. Είναι, ίσως, το πιο διδακτικό στοιχείο ολόκληρης της ιστορίας του. Ένας άνθρωπος που είχε κάθε λόγο να μισήσει, επέλεξε να θυμάται τη μία εξαίρεση.
Μετά την απελευθέρωση, η οικογένεια βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες του πολέμου, τη φτώχεια και τα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου. Το 1956 μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τη συνδρομή οργανώσεων αρωγής και της HIAS, εγκαθιστάμενη στη Νέα Υόρκη.
Εκεί ο Άσερ Ματαθίας διατήρησε στενούς δεσμούς τόσο με την εβραϊκή κοινότητα όσο και με την ελληνική ομογένεια. Υπήρξε δραστήριο μέλος του Συλλόγου Νομού Μαγνησίας «Αργοναύτες», ενώ περίπου τρεις δεκαετίες πριν είχε διατελέσει αντιπρόσωπος στη γενική συνέλευση της Ομοσπονδίας Ελληνικών Σωματείων Μείζονος Νέας Υόρκης. Μέχρι πρόσφατα συμμετείχε σε πανομογενειακές συγκεντρώσεις για τη διοργάνωση της ελληνικής παρέλασης στην 5η Λεωφόρο, ενώ παρακολουθούσε στενά τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Είχε εκφράσει, μάλιστα, έντονη δυσαρέσκεια και πικρία την περίοδο κατά την οποία η Χρυσή Αυγή εξασφάλισε ευρεία εκπροσώπηση στο ελληνικό κοινοβούλιο, κάτι απολύτως κατανοητό για έναν άνθρωπο που γεννήθηκε κρυμμένος σε σπηλιά.
Για τον ίδιο, η προσωπική του ιστορία λειτουργούσε ταυτόχρονα ως μαρτυρία διάσωσης και ως υπενθύμιση των συνεπειών του ναζιστικού διωγμού. Επί χρόνια μιλούσε δημόσια για τις εμπειρίες της οικογένειάς του και για τη διάσωση των Ελλήνων Εβραίων που κατόρθωσαν να επιβιώσουν, επιδιώκοντας να μείνει ζωντανή η μνήμη του Ολοκαυτώματος.
Ο Άσερ Ματαθίας αφήνει πίσω του τη σύζυγό του Άννα, τις τρεις κόρες τους και επτά εγγόνια. Και μαζί τους, μια μαρτυρία που γίνεται όλο και πιο πολύτιμη όσο λιγοστεύουν εκείνοι που μπορούν ακόμη να την αφηγηθούν από πρώτο χέρι.