Μια σύντομη ανάρτηση, λίγες προτάσεις και κανένα περιθώριο αμφισημίας. Ο Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε την Τρίτη σφοδρή επίθεση κατά των μέσων ενημέρωσης, επιχειρώντας να διαψεύσει δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία τα αμερικανικά πυρομαχικά εξαντλούνται εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν.
Τα δημοσιεύματα που προκάλεσαν την αντίδρασή του δεν περιορίζονταν σε μια απλή διαπίστωση. Σύμφωνα με αυτά, επιτελείς του Πενταγώνου προειδοποιούν ότι θα πρέπει να δοθεί ένα τέλος στη σύγκρουση, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ακριβώς επειδή τα αποθέματα πιέζονται.
Η απάντηση του Αμερικανού προέδρου ήρθε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. «Οι δειλοί και οι προδότες θα ήθελαν πολύ να λένε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεμένουν από πυρομαχικά. Δεν είναι αλήθεια. Διαθέτουμε περισσότερα πυρομαχικά απ’ όσα θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε ότι θα χρησιμοποιήσουμε, και μάλιστα τα παράγουμε τώρα σε επίπεδα πρωτόγνωρα», ανέφερε.
Η ένταση της γλώσσας είναι από μόνη της ενδεικτική. Ο χαρακτηρισμός όσων αναφέρονται στο ζήτημα ως «δειλών και προδοτών» δείχνει ότι ο Λευκός Οίκος αντιμετωπίζει τα δημοσιεύματα όχι ως απλή δημοσιογραφική πληροφορία αλλά ως πλήγμα στην εικόνα αποτρεπτικής ισχύος της χώρας. Και αυτό έχει τη λογική του. Σε μια ενεργή σύγκρουση, η αντίληψη του αντιπάλου για το πόσο μπορεί να αντέξει η άλλη πλευρά αποτελεί κομμάτι της ίδιας της στρατηγικής.
Το ζήτημα, πάντως, δεν είναι καινούργιο στη δημόσια συζήτηση στις ΗΠΑ. Ο ρυθμός κατανάλωσης σύγχρονων πυρομαχικών, ιδίως αναχαιτιστικών πυραύλων, σε συνθήκες παρατεταμένων συγκρούσεων έχει τεθεί επανειλημμένα από αναλυτές και στρατιωτικούς κύκλους, με το ερώτημα να αφορά κυρίως το αν η βιομηχανική παραγωγή μπορεί να ακολουθήσει. Η διαβεβαίωση του προέδρου περί παραγωγής σε πρωτόγνωρα επίπεδα απαντά ακριβώς σε αυτό το σημείο.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η διάψευση αρκεί για να κλείσει τη συζήτηση. Όσο οι πληροφορίες προέρχονται από το ίδιο το Πεντάγωνο και ο πόλεμος με το Ιράν συνεχίζεται, η απόσταση ανάμεσα στις επίσημες δηλώσεις και στις διαρροές του στρατιωτικού μηχανισμού είναι πιθανό να παραμείνει στο επίκεντρο της αμερικανικής επικαιρότητας.