Ένα εικοσιτετράωρο μετά την ισχυρή έκρηξη, τα ερείπια στην Πλάκα έδωσαν τις πιο σκληρές απαντήσεις. Οι έρευνες για τους έξι αγνοούμενους ολοκληρώθηκαν, και καμία από αυτές δεν είχε αίσιο τέλος.
Τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου βρέθηκε νεκρή κάτω από τα ερείπια μια 77χρονη Ελληνίδα, εγκλωβισμένη στη μπανιέρα. Λίγο αργότερα εντοπίστηκε νεκρός και ο 78χρονος Βρετανός σύζυγός της, πάνω στο στρώμα, ενώ στη συνέχεια ανασύρθηκαν και οι υπόλοιπες τέσσερις σοροί.
Η επιχείρηση έρευνας και διάσωσης πραγματοποιήθηκε στην οδό Λυσικράτους, με δυνάμεις της Πυροσβεστικής και της ΕΜΑΚ να επιχειρούν στα χαλάσματα με ειδικό εξοπλισμό, θερμικές κάμερες και εκπαιδευμένους σκύλους. Η 77χρονη ανασύρθηκε από τον πρώτο όροφο του κτηρίου, σχεδόν ένα 24ωρο μετά την έκρηξη. Στο σημείο βρίσκεται και η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης είχε εντοπιστεί γυναικεία τσάντα με προσωπικά αντικείμενα, δύο διαβατήρια και το μισθωτήριο του καταλύματος, στοιχεία που είχαν ενισχύσει την αγωνία για την τύχη των ενοίκων. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι η παρέα των τουριστών δεν εμφανίστηκε ποτέ για την προγραμματισμένη πτήση επιστροφής της στις 15:30 της ίδιας ημέρας, γεγονός που επιβεβαίωνε τους χειρότερους φόβους.
Όπως δήλωσε ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας, το μεγαλύτερο μέρος των ερειπίων έχει ξεμπαζωθεί, ενώ το κτήριο οδεύει προς ολική αχρησία μετά την αυτοψία της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου. Σε ολόκληρο το τετράγωνο υπάρχει διακοπή ρεύματος.
Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις της Πυροσβεστικής, η έκρηξη προκλήθηκε από διαρροή φυσικού αερίου στον δεύτερο όροφο. Οι σχετικές έρευνες, ωστόσο, δεν έχουν ολοκληρωθεί, ούτε από τις υπηρεσίες της Πυροσβεστικής ούτε από τη ΔΕΠΑ και τους ειδικούς πυροτεχνουργούς.
Μιλώντας στο Zougla.gr, ο Γιώργος Τσαπάρας, πυροτεχνουργός της ΕΛ.ΑΣ. εν αποστρατεία και ειδικός εκρήξεων, περιέγραψε πώς φτάνει κανείς σε αυτό το συμπέρασμα. «Σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση από το φωτογραφικό και βιντεοληπτικό υλικό που είναι διαθέσιμο, φαίνεται πως η έκρηξη έχει γίνει στον δεύτερο όροφο της κατοικίας αυτής», ανέφερε, σημειώνοντας ότι πρόκειται για παλιά κατοικία με περιορισμένη στατικότητα και ότι διακρίνεται μαυρίλα στο ταβάνι του δεύτερου ορόφου.
Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η περιγραφή της αλυσιδωτής κατάρρευσης. «Η έκρηξη έπληξε το δομικό μέρος του κτηρίου, τις κολώνες δηλαδή και την οροφή. Κατέρρευσε πιθανόν η οροφή, μαζί με κάποιες κολώνες, και συμπαρέσυρε τα πάντα», εξήγησε. «Αφού διερράγησαν οι κολώνες του οικοδομήματος, κατέρρευσε η οροφή και καταπλάκωσε. Μετά υπήρξε μια ακολουθία, έφυγε όλο το τοιχίο το δεξί που ακουμπούσε στο διπλανό κτήριο, που και αυτό ήταν παλιό», πρόσθεσε, περιγράφοντας πώς τα μπάζα από το γειτονικό πετρόχτιστο κτίσμα κατέληξαν να καταπλακώσουν την οικοδομή.
Ως προς την αιτία, ο ειδικός ήταν σαφής. «Εγώ αυτό που παρατηρώ, με μεγάλο ποσοστό θεωρώ ότι είναι έκρηξη αερίου», ανέφερε, δίνοντας και την επιστημονική εξήγηση. Το φυσικό αέριο, όντας ελαφρύτερο του αέρα, έχει την τάση να ανεβαίνει στα πάνω διαμερίσματα. Επομένως, όπου κι αν υπήρξε η διαρροή, το αέριο συσσωρεύτηκε στο ανώτερο τμήμα του κτηρίου. «Γι’ αυτό βλέπουμε και την εκτόνωση προς τα πάνω. Το φυσικό αέριο συσσωρεύτηκε στο πάνω μέρος και η έκρηξη πραγματοποιήθηκε στον δεύτερο όροφο», κατέληξε.
Σημαντικές είναι, τέλος, και οι ζημιές στα γειτονικά κτήρια. Το ωστικό κύμα έπληξε καταστήματα, τζαμαρίες, ρολά και παντζούρια, με τους τεχνικούς ελέγχους να επεκτείνονται στην ευρύτερη περιοχή προκειμένου να διαπιστωθεί ποια κτήρια μπορούν να παραμείνουν κατοικήσιμα. Το ερώτημα αυτό είναι κρίσιμο για μια συνοικία όπως η Πλάκα, όπου τα περισσότερα κτίσματα είναι παλαιά, εφαπτόμενα μεταξύ τους και κατασκευασμένα με μεθόδους άλλης εποχής.