Την πρώτη ημέρα του εκκλησιαστικού έτους, εκεί όπου παραδοσιακά ακούγονται ευχές και ευλογίες, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος επέλεξε να μιλήσει για ευθύνη. Στο μήνυμά του για την αρχή της Ινδίκτου, το κεντρικό ζητούμενο δεν είναι η προσευχή αυτή καθαυτή, αλλά η στάση που οφείλει να την ακολουθεί, σε συλλογικό και σε προσωπικό επίπεδο ταυτόχρονα, απέναντι στο φυσικό περιβάλλον.
Η επιλογή της ημερομηνίας έχει τη δική της ιστορία. Από το 1989, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει καθιερώσει την 1η Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Προσευχής για την Προστασία του Φυσικού Περιβάλλοντος. Ήταν μια κίνηση αρκετά μπροστά από την εποχή της, σε χρόνια που η οικολογία δεν είχε ακόμη βρει τη θέση που κατέχει σήμερα στη δημόσια συζήτηση, και έδωσε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως μια σταθερή φωνή σε ένα πεδίο που συνήθως δεν θεωρείται εκκλησιαστικό.
Το φετινό μήνυμα ξεκινά ακριβώς από εκεί, από την άρνηση να αντιμετωπιστεί η οικολογική κρίση ως τεχνικό πρόβλημα. Ο Πατριάρχης τη συνδέει με την ανθρώπινη ελευθερία, με το ήθος, με τη θρησκεία, τη φιλοσοφία και τον πολιτισμό, υπενθυμίζοντας ότι οι πρωτοβουλίες του Πατριαρχείου ανέδειξαν εξαρχής τις πνευματικές και κοινωνικές πλευρές του ζητήματος.
Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι κάνουμε στον πλανήτη, αλλά τι είδους άνθρωποι έχουμε γίνει για να το κάνουμε.
Η φράση που συμπυκνώνει το σκεπτικό είναι μία και μένει. «Ο άνθρωπος πρέπει να παύσει να δρα ως να μη γνώριζε». Η γνώση για τις συνέπειες υπάρχει, είναι διαθέσιμη και τεκμηριωμένη εδώ και δεκαετίες. Αυτό που απουσιάζει είναι η αντιστοίχιση της συμπεριφοράς με όσα ήδη γνωρίζουμε. Και ο πλανήτης, προειδοποιεί ο Βαρθολομαίος, δεν έχει τη δυνατότητα να απορροφά επ’ αόριστον τις επιβαρύνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Ως προς το τι απαιτείται, το μήνυμα δεν αφήνει περιθώρια μετάθεσης της ευθύνης σε άλλους. Η προστασία του περιβάλλοντος χρειάζεται δράση σε παγκόσμιο, εθνικό, τοπικό και προσωπικό επίπεδο, με την οικολογική συνείδηση να χαρακτηρίζεται «κατηγορική προστακτική». Ο όρος είναι δανεισμένος από τη φιλοσοφία και επιλέχθηκε προφανώς για το βάρος του. Δεν περιγράφει προτροπή αλλά υποχρέωση δίχως όρους, εξαιρέσεις ή διαπραγμάτευση.
Στη συνέχεια, η κριτική γίνεται ευθεία. Ο Πατριάρχης στρέφεται κατά της ανεξέλεγκτης εκμετάλλευσης της φύσης για γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, αλλά και κατά του καταναλωτισμού και της αδιάκοπης αναζήτησης της υλικής ευημερίας. Η επιμονή σε αυτή την πορεία, σημειώνει, δεν βλάπτει απλώς το περιβάλλον. Υπονομεύει το μέλλον της ανθρωπότητας και θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή στον πλανήτη.
Το κλείσιμο του μηνύματος επιχειρεί να δείξει τον δρόμο. Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν επιτυγχάνεται χωρίς κοινές αξίες, συνεργασία και αλληλεγγύη, ενώ η μέριμνα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η φροντίδα για την ακεραιότητα της δημιουργίας παρουσιάζονται ως δύο εκφάνσεις της ίδιας χριστιανικής πίστης. Η σύνδεση αυτή είναι, ίσως, το πιο ουσιαστικό σημείο ολόκληρου του κειμένου. Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειριζόμαστε τη φύση και ο τρόπος με τον οποίο μεταχειριζόμαστε τους ανθρώπους δεν αποτελούν χωριστά ζητήματα.
Η κατακλείδα επιστρέφει στη γλώσσα της ημέρας, με την ευχή το νέο εκκλησιαστικό έτος να αποδειχθεί δημιουργικό και καρποφόρο σε καλά έργα.