Ένα ζήτημα που παραμένει ανοιχτό εδώ και μισό αιώνα επανήλθε στην ατζέντα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και η προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συνάντησης που είχε ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ελπιδοφόρος με τον βοηθό υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ για θέματα Δημοκρατίας, Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας, Ράιλι Μπαρνς.
Το πρώτο στοιχείο που αξίζει να σημειωθεί αφορά την πρωτοβουλία: η συνάντηση πραγματοποιήθηκε κατόπιν πρόσκλησης του Αμερικανού αξιωματούχου. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για επίσκεψη ευγενείας ή για αίτημα της ελληνορθόδοξης πλευράς, αλλά για κλήση από την αμερικανική διοίκηση — ένδειξη ότι το ζήτημα βρίσκεται σε ενεργό φάση παρακολούθησης.
«Ιδιαίτερα ελπιδοφόρες εξελίξεις»
Η συζήτηση επικεντρώθηκε ευρύτερα στην προστασία των θρησκευτικών ελευθεριών και των δικαιωμάτων των θρησκευτικών κοινοτήτων. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις προσπάθειες για την επαναλειτουργία της Χάλκης, με την Αρχιεπισκοπή να κάνει λόγο για «ιδιαίτερα ελπιδοφόρες εξελίξεις» προς αυτή την κατεύθυνση.
Η διατύπωση είναι, από μόνη της, αξιοσημείωτη. Το ζήτημα της Χάλκης έχει γνωρίσει κατά καιρούς αρκετούς κύκλους αισιοδοξίας που δεν κατέληξαν πουθενά, και η επίσημη γλώσσα της Αρχιεπισκοπής παραμένει κατά κανόνα προσεκτική. Η αναφορά σε ελπιδοφόρες εξελίξεις υποδηλώνει ότι κάτι κινείται στο παρασκήνιο — χωρίς, βεβαίως, να δίνονται συγκεκριμένα στοιχεία.
Πέρα από την Ορθοδοξία
Από την πλευρά του, ο Αρχιεπίσκοπος Ελπιδοφόρος υπογράμμισε ότι το ζήτημα της Χάλκης δεν αφορά μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Ορθοδοξία, αλλά συνδέεται ευρύτερα με τη θρησκευτική ελευθερία και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η τοποθέτηση αυτή δεν είναι ρητορική. Αποτελεί, στην ουσία, τη στρατηγική τοποθέτηση του αιτήματος: όσο η Χάλκη παρουσιάζεται ως ζήτημα μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινότητας, παραμένει διμερές και διαπραγματεύσιμο. Όταν όμως εντάσσεται στο πλαίσιο των θεμελιωδών ελευθεριών, αποκτά διεθνή διάσταση και εγγράφεται σε ένα πεδίο όπου η Ουάσιγκτον διαθέτει θεσμικά εργαλεία παρέμβασης — και ακριβώς ένας τέτοιος τομέας εμπίπτει στην αρμοδιότητα του συνομιλητή του Αρχιεπισκόπου.
Οι κοινότητες των αποστολικών χρόνων
Στη συνάντηση εξετάστηκε επίσης η κατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή. Οι δύο πλευρές συζήτησαν την ανάγκη προστασίας της ασφάλειας και της θρησκευτικής ελευθερίας των ιστορικών χριστιανικών κοινοτήτων της περιοχής, με έμφαση στη διατήρηση της χριστιανικής παρουσίας στους τόπους όπου αυτή ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους.
Πρόκειται για κοινότητες που, σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν συρρικνωθεί δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες υπό το βάρος πολέμων, διώξεων και μαζικής μετανάστευσης. Το ζητούμενο, όπως επισημάνθηκε, είναι να διασφαλιστούν οι συνθήκες ώστε οι κοινότητες αυτές να μπορούν να ζουν, να ασκούν ελεύθερα τη λατρεία τους και να συνεχίζουν το έργο τους με ασφάλεια και ειρήνη.
Είναι μια διατύπωση που, πίσω από τη διπλωματική της λιτότητα, περιγράφει ένα ερώτημα πολύ πιο σκληρό: αν η χριστιανική παρουσία στη γενέτειρά της θα επιβιώσει ως ζωντανή κοινότητα ή αν θα καταλήξει αρχαιολογικό απομεινάρι.