Υπάρχει μια μορφή πολιτικού θράσους που δεν κρύβεται πια ούτε καν για τα προσχήματα. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς στην πρόσφατη συνέντευξή του σε δίαυλο πανελλαδικής εμβέλειας δεν αρκέστηκε να υπερασπιστεί για πολλοστή φορά τη Συμφωνία των Πρεσπών. Ανέβηκε… στην έδρα και έκανε μάθημα σε όσους τη θεωρούν εθνικά επιζήμια. Ο αρχιτέκτονας μιας συμφωνίας που πλήγωσε βαθιά την εθνική συνείδηση, αντί να σκύψει το κεφάλι, εμφανίζεταιο να…διδάσκει.
Η μέθοδός είναι παλιά και διάφανη. Μετατοπίζει τη συζήτηση από την ουσία στις λεπτομέρειες, ελπίζοντας ότι κανείς δεν θα προσέξει το κεντρικό ζήτημα. Επικαλείται ότι ο όρος «μακεδονική γλώσσα» κυκλοφορούσε σε διεθνή φόρα ήδη επί κυβερνήσεων Καραμανλή. Παραλείπει, όμως —εσκεμμένα— μια καθοριστική διαφορά. Άλλο πράγμα είναι η ύπαρξη ενός όρου σε κάποια έγγραφα κι άλλο η επίσημη, διμερώς υπογεγραμμένη και διεθνώς κατοχυρωμένη αποδοχή του από το ίδιο το ελληνικό κράτος. Στις Πρέσπες δεν «καταγράφηκε μια πραγματικότητα», όπως αρέσκεται να λέει. Παραχωρήθηκε πολιτική νομιμοποίηση εκεί που δεν υπήρχε.
Και προχωρά σιωπώντας για το μεγαλύτερο τρόπαιο που χάρισε στα Σκόπια. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Ελλάδα αναγνώρισε διεθνώς «μακεδονική» εθνικότητα και ιθαγένεια. Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι το συμβολικό κεφάλαιο που οι γείτονες θα εξαργυρώνουν για δεκαετίες και ο λόγος που ένα τεράστιο κομμάτι του λαού, ιδίως στη Μακεδονία μας, εξακολουθεί δικαιολογημένα να οργίζεται.
Αντί όμως για μία, έστω, ειλικρινή απάντηση, ο κ. Κοτζιάς επιλέγει την ειρωνεία και την περιφρόνηση. Όποιος διαφωνεί μαζί του αντιμετωπίζεται ως αδαής, ως γραφικός, ως ανίκανος να καταλάβει τα «ψιλά γράμματα». Πρόκειται για στάση που προσβάλλει ευθέως την εθνική ευαισθησία εκατομμυρίων Ελλήνων και την προσβάλλει εν ψυχρώ.
Ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών, αντί να καταγγείλει τη συστηματική υποχωρητικότητα απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις —μια αδράνεια που αφήνει την Άγκυρα να αλωνίζει στην περιοχή αξιοποιώντας θρησκευτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς δεσμούς – ανακάλυψε ότι φταίει η… μη κύρωση των μνημονίων συνεργασίας. Στο ένα και μοναδικό σημείο όπου διασώθηκαν κάποια ψήγματα αξιοπρέπειας, αυτός βρίσκει σφάλμα. Δεν είναι ανάλυση αυτό. Είναι ωμός ελιγμός διάσωσης του προσωπικού του γοήτρου.
Ας μιλήσουμε καθαρά. Το πρόβλημα δεν είναι οι απόψεις Κοτζιά. Απόψεις έχει δικαίωμα να έχει ο καθένας. Το πρόβλημα είναι το ύφος. Το ύφος ενός πολιτικού που δεν εμφανίζεται μετανιωμένος για μια απόφαση με βαρύτατο εθνικό κόστος, αλλά ως αυθεντία που απαιτεί χειροκρότημα. Μετά τα συλλαλητήρια, τις ενστάσεις συνταγματολόγων και διπλωματών, τη βουή της κοινωνίας και τη διαρκώς διογκούμενη θρασύτητα των Σκοπιανών, θα περίμενε κανείς λίγη ντροπή, λίγη αυτοσυγκράτηση. Αντ’ αυτών, μας σερβίρει αλαζονεία.
Τη Συμφωνία των Πρεσπών θα την κρίνει αμείλικτα η Ιστορία. Ως τότε, ένα είναι βέβαιο: η πολιτική αλαζονεία δεν υποκαθιστά τον διάλογο και δεν εξαγοράζει την κρίση των πολιτών. Κι όσοι παρέδωσαν στα Σκόπια στοιχεία της ταυτότητάς μας —εθνικότητα και γλώσσα— έχασαν προ πολλού το ηθικό δικαίωμα να στέκονται σήμερα τιμητές εκείνων που τους κατακρίνουν.
ΜΑΞΙΜΟΣ Θ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ