Η ανακοίνωση του Πανεπιστημίου Κρήτης ξεκινά με τις πιο ευγενικές λέξεις που διαθέτει η εποχή μας: σεβασμός στην αξιοπρέπεια, συμπερίληψη, προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων… Αξίες, μας λένε, μη διαπραγματεύσιμες.
Αν κρατούσα ένα Δολάριο ή ένα Ευρώ κάθε φορά που ακούω αυτές τις βαρύγδουπες έννοιες στον δημόσιο λόγο, θα ήμουν σήμερα εκατομμυριούχος. Κι όμως, μέσα σε ελάχιστες γραμμές, ξεδιπλώνεται όλη η τραγική αντίφαση της εποχής: Ένα δημόσιο πανεπιστήμιο, αντί να υπερασπιστεί το δικαίωμα μιας φοιτήτριας να μιλήσει ελεύθερα, έσπευσε να τη φωτογραφίσει σχεδόν ως φορέα «ρητορικής μίσους».
Η Γεωργία Λύρα, φοιτήτρια κοινωνιολογίας στο Ρέθυμνο, δεν κάλεσε σε βία. Δεν ζήτησε αποκλεισμούς. Δεν αμφισβήτησε την ανθρώπινη αξία κανενός. Εξέφρασε κάτι απλό και αυτονόητο: Την αποστροφή της απέναντι σε συνθήματα που, κατά την κρίση της, βεβήλωναν ιερά σύμβολα. Αντέδρασε στην πρόκληση που σε άλλες θρησκείες με αυστηρό κώδικα και μέτρα τιμωρίας θα ήταν απλώς αδιανόητη. Τόλμησε, δηλαδή, να μιλήσει κι αυτό αρκούσε για να στιγματιστεί.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικά ανησυχητικό. Το πανεπιστήμιο οφείλει να είναι χώρος σύγκρουσης ιδεών, όχι μηχανισμός ιδεολογικής πειθαρχίας. Οφείλει να προστατεύει ακόμη και τον λόγο που ενοχλεί την υποτιθέμενη κυρίαρχη αφήγηση. Όταν κάνει το αντίθετο, δεν υπηρετεί τη δημοκρατία, αλλά υπηρετεί τον φόβο της διαφορετικής άποψης.
Γιατί σήμερα, ας το πούμε ωμά, υπάρχουν «επιτρεπόμενες» και «απαγορευμένες» ευαισθησίες. Αν προσβληθεί μια ομάδα ακτιβιστών, κινητοποιούνται αυτοστιγμεί επιτροπές, ανακοινώσεις και δημόσιες καταδίκες. Αν όμως προσβληθεί η πίστη, η ιστορική συνείδηση και το αξιακό υπόβαθρο της κοινωνικής πλειοψηφίας, τότε το ίδιο γεγονός βαφτίζεται «πρόοδος» ή «δικαίωμα στην έκφραση». Μα η δημοκρατία δεν λειτουργεί επιλεκτικά. Δεν υπάρχουν δικαιώματα μόνο για όσους φωνάζουν δυνατότερα. Υπάρχουν και για εκείνους που βλέπουν τον δημόσιο χώρο να μετατρέπεται σε πεδίο πρόκλησης και πολιτισμικής αποδόμησης.
Ίσως γι’ αυτό τόσοι άνθρωποι ταυτίστηκαν μαζί της. Η φοιτήτρια δεν εξέφρασε μια προσωπική ενόχληση. Εξέφρασε την κόπωση μιας ολόκληρης κοινωνίας, που βλέπει την κοινή λογική να αντιμετωπίζεται ως οπισθοδρόμηση και κάθε αντίρρηση στον ακραίο ακτιβισμό να βαφτίζεται αυτομάτως μισαλλοδοξία.
Ζούμε, πράγματι, σε έναν κόσμο ανάποδο. Έναν κόσμο όπου η προσβολή θεωρείται ελευθερία, αλλά η αντίδραση στην προσβολή έγκλημα σκέψης. Όπου η ανεκτικότητα απαιτεί από τους πολλούς να σιωπούν, ενώ οι λίγοι δικαιούνται να προκαλούν χωρίς όρια. Όπου τα πανεπιστήμια που υπήρξαν κάποτε κοιτίδες ελεύθερου πνεύματος κινδυνεύουν να γίνουν χώροι ιδεολογικής συμμόρφωσης, κομμένης και ραμμένης στα μέτρα των καιρών.
Και το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι μια φοιτήτρια μίλησε. Είναι ότι τόσοι φοβούνται πλέον να πουν δημόσια ότι συμφωνούν μαζί της.
Έφτασε η ώρα να πούμε ως εδώ, προτού η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη. Το χρωστάμε στα παιδιά μας να μιλάμε όταν βλέπουμε τον δημόσιο διάλογο να μετατρέπεται σε πεδίο φόβου και επιβολής. Να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στην ελεύθερη σκέψη, στην πίστη, στην πολιτισμική ταυτότητα και στην κοινή λογική, χωρίς να στιγματιζόμαστε. Γιατί μια κοινωνία που φοβάται να υπερασπιστεί τις αξίες της στο όνομα μιας δήθεν προόδου, είναι μια κοινωνία που παραιτείται σταδιακά από τον ίδιο της τον εαυτό.
Κι όταν οι άνθρωποι σωπαίνουν από φόβο μήπως χαρακτηριστούν, δεν κινδυνεύει μόνο η ελευθερία του λόγου. Κινδυνεύει η ίδια η δημοκρατία που έμαθε, δυστυχώς, να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά, σχεδόν πάντα εις βάρος εκείνων που σέβονται αληθινά την ελευθερία των άλλων.
ΜΑΞΙΜΟΣ Θ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ