Σχεδόν έναν μήνα μετά τον εντοπισμό του οπλισμένου ουκρανικού θαλάσσιου drone σε σπηλιά της Λευκάδας, η Ουκρανία προχώρησε σε επίσημη αναγνώριση ευθύνης και απολογία προς την Ελλάδα. Η δήλωση εκπροσώπου του ουκρανικού υπουργείου Εξωτερικών αποτελεί ουσιαστικά την επίσημη διπλωματική απάντηση στα δύο αυστηρά διαβήματα διαμαρτυρίας που κατέθεσε η Αθήνα στο Κίεβο, και επισφραγίζει μια επεισοδιακή σελίδα στις σχέσεις δύο χωρών που παρά τη στρατηγική τους φιλία αντιμετώπισαν ένα πρωτόγνωρο ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Το περιστατικό που πυροδότησε την κρίση χρονολογείται στις 7 Μαΐου 2026, όταν ένα οπλισμένο μη επανδρωμένο θαλάσσιο σκάφος (USV) εντοπίστηκε σε σπηλιά στη Λευκάδα, μέσα στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Η παρουσία στρατιωτικού drone εξοπλισμένου με όπλα σε θαλάσσιο χώρο κυριαρχίας της Ελλάδας δεν ήταν απλή τυπική παραβίαση, αλλά ένα γεγονός που συμπύκνωσε με τον πιο ανησυχητικό τρόπο τον κίνδυνο που συνεπάγεται η μεταφορά πολεμικών επιχειρήσεων στη Μεσόγειο. Οι ελληνικές αρχές δεν προέβησαν αμέσως σε δημόσιες δηλώσεις, αλλά στο παρασκήνιο η διπλωματική μηχανή τέθηκε σε κίνηση.
Τα επίσημα διαβήματα διαμαρτυρίας κατατέθηκαν στις 28 και 29 Μαΐου, τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς, από τον Έλληνα πρέσβη στο Κίεβο, ο οποίος επέδωσε τα σχετικά έγγραφα απευθείας στο ουκρανικό υπουργείο Εξωτερικών. Το περιεχόμενο των διαβημάτων ήταν σαφές και χωρίς περιστροφές.
Η Αθήνα υπογράμμισε ότι η παρουσία οπλισμένου στρατιωτικού drone στα ελληνικά χωρικά ύδατα έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο τη θαλάσσια κυκλοφορία, θα μπορούσε να έχει προκαλέσει απώλειες αθώων πολιτών και ανυπολόγιστη περιβαλλοντική ζημία, ενώ διακυβεύεται η εθνική ασφάλεια και η εθνική οικονομία της χώρας. Και η πιο αιχμηρή φράση του διαβήματος ήταν αυτή: «Το δικαίωμα της Ουκρανίας στην αυτοάμυνα δεν μπορεί να αιτιολογήσει τέτοιου είδους ενέργειες». Μια πρόταση που αναγνωρίζει το νομικό δικαίωμα αλλά θέτει σαφή όρια στη γεωγραφική και επιχειρησιακή του έκταση.
Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης επέλεξε να ανοίξει όλα τα θεσμικά κανάλια που είχε στη διάθεσή του. Ενημέρωσε την Ύπατη Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, ενώ το ζήτημα τέθηκε επίσης από τον ίδιο στον Ουκρανό ομόλογό του στο περιθώριο του Gymnich στη Λεμεσό, στο πλαίσιο της άτυπης συνόδου των Υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία, καθώς η Ελλάδα δεν αντιμετώπισε το ζήτημα ως αμιγώς διμερές, αλλά το τοποθέτησε σε ευρωπαϊκό και νατοϊκό πλαίσιο, αποστέλλοντας το μήνυμα ότι η ασφάλεια της Μεσογείου αφορά το σύνολο των συμμάχων, όχι μόνο τη χώρα που τυχαία έγινε η αποδέκτης ενός αδέσποτου πολεμικού μέσου.
Η ουκρανική απάντηση, που ήρθε σήμερα μέσω δημόσιας δήλωσης εκπροσώπου του υπουργείου Εξωτερικών, κινήθηκε σε πολλαπλά επίπεδα ταυτόχρονα. Πρώτον, αναγνώρισε ρητά ότι το περιστατικό συνδέεται με τις επιχειρήσεις που διεξάγονται στο πλαίσιο του πολέμου με τη Ρωσία. Δεύτερον, προχώρησε σε επίσημη απολογία προς την Ελλάδα, ένα βήμα που δεν είναι αυτονόητο για κράτος σε ενεργή πολεμική σύγκρουση, επειδή συνεπάγεται ρητή παραδοχή ότι κάτι πήγε στραβά. Τρίτον, εξέφρασε ευγνωμοσύνη προς την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό για τη διαχρονική στήριξη που παρέχουν από την έναρξη της ρωσικής εισβολής.
Η υπόθεση αναδεικνύει ένα ζήτημα που η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή δεν έχει ακόμα πλήρως αντιμετωπίσει: Πώς η πολεμική τεχνολογία — και ειδικά τα αυτόνομα θαλάσσια μέσα που παρέχουν σημαντικό πλεονέκτημα στον ουκρανικό αγώνα — διαχέεται γεωγραφικά σε συνθήκες ενεργούς πολέμου, και ποιά νομικά και επιχειρησιακά πλαίσια χρειάζονται ώστε να προστατευθεί η ασφάλεια τρίτων κρατών που γειτνιάζουν γεωγραφικά με τη ζώνη του πολέμου.