Ένα σπάνιο αρχαιολογικό εύρημα ήρθε στο φως στην Ολλανδία, καθώς απόσπασμα της ομηρικής «Οδύσσειας», ηλικίας περίπου 1.700 ετών, εντοπίστηκε κρυμμένο ανάμεσα στις σελίδες βιβλίου στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης.
Το κομμάτι χρονολογείται γύρω στο 300 μ.Χ. και ανήκει σε μια εξαιρετικά περιορισμένη ομάδα ευρημάτων, καθώς μόλις τριάντα αντίστοιχα δείγματα είναι γνωστά παγκοσμίως. Την ταύτιση έκανε ο Δρ Mark de Kreij, που διδάσκει Ελληνικά στο Πανεπιστήμιο Radboud, καθώς εξέταζε συλλογή πρώιμων χριστιανικών κειμένων. Μέχρι τότε το τεκμήριο θεωρούνταν αιγυπτιακό έγγραφο του 7ου αιώνα, όμως ο ερευνητής αναγνώρισε σχεδόν αμέσως ότι επρόκειτο για ομηρικούς στίχους.
Σε μέγεθος, το εύρημα δεν ξεπερνά ένα τραπουλόχαρτο και φέρει γραφή και στις δύο όψεις. Παρά τη φθορά από την υγρασία και τον αποχρωματισμό των αιώνων, διατηρεί σημαντικά στοιχεία για τον τρόπο που κυκλοφορούσαν και χρησιμοποιούνταν τα αρχαία ελληνικά κείμενα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αποτελούσε τμήμα μιας αρχαίας «έκδοσης τσέπης» της «Οδύσσειας», η οποία πιθανότατα ανήκε σε κάτοικο της περιοχής του Φαγιούμ στην Αίγυπτο.
Οι στίχοι που σώζονται προέρχονται από τη δωδέκατη ραψωδία, από το επεισόδιο όπου οι σύντροφοι του Οδυσσέα, εξουθενωμένοι από την πείνα, σφάζουν και τρώνε τα ιερά βόδια του Απόλλωνα, παραβιάζοντας τη ρητή απαγόρευση που τους είχε επιβληθεί.
Η θέση των στίχων μέσα στο έργο ίσως εξηγεί εν μέρει τη διάσωσή τους. Η δωδέκατη ραψωδία βρίσκεται περίπου στο μέσον του έπους, και τα αρχαία βιβλία φθείρονταν κατά κανόνα από τα άκρα προς τα μέσα, οπότε όσο βαθύτερα βρισκόταν μια σελίδα, τόσο περισσότερες πιθανότητες είχε να αντέξει στον χρόνο.
Ο ίδιος ο De Kreij δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό του. Μιλώντας σε τοπικά μέσα αυτοχαρακτηρίστηκε «κυνηγός θησαυρών», λέγοντας ότι η δυνατότητα να εντοπίζει τόσο σπάνια αντικείμενα τον πείθει πως έχει την καλύτερη δουλειά στον κόσμο.