Μια υπόθεση που είχε απασχολήσει επί χρόνια τη βρετανική κοινή γνώμη φαίνεται πως δεν θα βρει ποτέ την απάντησή της ενώπιον δικαστηρίου. Ο 44χρονος Νίκολας Μπράντραμ, εγγονός της πριγκίπισσας Αικατερίνης της Ελλάδας και της Δανίας, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στο δυτικό Λονδίνο, λίγες μόλις ημέρες αφότου είχε αφεθεί ελεύθερος υπό έρευνα.
Η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου ανακοίνωσε ότι ο Μπράντραμ εντοπίστηκε χωρίς τις αισθήσεις του στην κατοικία του στο Τσίσγουικ, το βράδυ της Τρίτης 15 Σεπτεμβρίου. Αστυνομικοί και διασώστες του London Ambulance Service έφτασαν στο σημείο στις 19:12, ο 44χρονος όμως διαπιστώθηκε νεκρός.
«Οι πλησιέστεροι συγγενείς του έχουν ενημερωθεί. Σε αυτό το στάδιο ο θάνατός του αντιμετωπίζεται ως απροσδόκητος, αλλά δεν πιστεύεται ότι υπάρχουν ύποπτες συνθήκες», ανέφερε η Μητροπολιτική Αστυνομία, σύμφωνα με τη βρετανική Mirror. Το όνομά του δεν είχε δημοσιοποιηθεί όσο βρισκόταν σε εξέλιξη η έρευνα, οι αρχές όμως επέτρεψαν πλέον τη γνωστοποίησή του.
Η υπόθεση στην οποία εμπλεκόταν είναι γνωστή στη Βρετανία ως η υπόθεση του «Putney Pusher». Τον Μάιο του 2017, ένας άνδρας που έκανε τζόκινγκ στη γέφυρα Putney του Λονδίνου καταγράφηκε από κάμερες ασφαλείας να σπρώχνει μια γυναίκα προς το οδόστρωμα, ακριβώς τη στιγμή που πλησίαζε λεωφορείο. Ο οδηγός κατάφερε να αντιδράσει την τελευταία στιγμή και να την αποφύγει, γλιτώνοντάς την από πιθανότατα πολύ σοβαρό τραυματισμό. Το βίντεο έκανε τον γύρο του κόσμου και ο άγνωστος δράστης απέκτησε το συγκεκριμένο προσωνύμιο στα βρετανικά μέσα.
Παρά την πολυετή έρευνα και την τεράστια δημοσιότητα, η ταυτότητα του άνδρα που εμφανίζεται στο βίντεο δεν προσδιορίστηκε ποτέ οριστικά. Κανένας ύποπτος δεν κατηγορήθηκε και η έρευνα έκλεισε το 2018, μέχρι που νέες πληροφορίες οδήγησαν στη σύλληψη του Μπράντραμ το φετινό καλοκαίρι. Μόλις την περασμένη εβδομάδα οι ντετέκτιβ είχαν ανακοινώσει ότι αφέθηκε ελεύθερος υπό έρευνα, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη πρόσθετες ανακριτικές ενέργειες.
Η καταγωγή του συνδέεται ευθέως με την ελληνική βασιλική οικογένεια. Ο πατέρας του, Πολ Μπράντραμ, ήταν το μοναδικό παιδί της πριγκίπισσας Αικατερίνης και του ταγματάρχη Ρίτσαρντ Κάμπελ Άντριου Μπράντραμ, ο οποίος υπηρέτησε στον βρετανικό στρατό κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η πριγκίπισσα Αικατερίνη, δισέγγονη της βασίλισσας Βικτωρίας και πρώτη ξαδέλφη του πρίγκιπα Φίλιππου, γεννήθηκε στις 4 Μαΐου 1913 και απεβίωσε στις 2 Οκτωβρίου 2007. Ήταν το έκτο παιδί και η τρίτη κόρη του βασιλέως Κωνσταντίνου Α΄ και της Σοφίας της Πρωσίας, αδελφή τριών Βασιλέων των Ελλήνων και μιας Βασίλισσας της Ρουμανίας. Το 1941, με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, έφυγε μαζί με τον αδελφό της Παύλο και τη σύζυγό του Φρειδερίκη στην Κρήτη και από εκεί στην Αίγυπτο και τη Νότια Αφρική, όπου εργάστηκε ως νοσοκόμα σε νοσοκομείο του Κέιπ Τάουν. Για τέσσερα χρόνια δεν είχε κανένα νέο της αδελφής της Ελένης, βασιλομήτορος της Ρουμανίας.
Με το τέλος του πολέμου επέστρεψε στην Αγγλία και το 1947 παντρεύτηκε τον ταγματάρχη Ρίτσαρντ Μπράντραμ, παίκτη του ράγκμπι. Το ζευγάρι είχε γνωριστεί εν πλω, στο πλοίο «Ασκάνια», καθώς και οι δύο επέστρεφαν στην Αγγλία από την Αλεξάνδρεια.
Όσο για τον ίδιο τον Νίκολας, είχε ακολουθήσει επιτυχημένη πορεία στο City του Λονδίνου. Εργάστηκε στη χρηματιστηριακή Killik & Co και στην ισραηλινή τράπεζα Bank Leumi, πριν μετακινηθεί στην HSBC, όπου διαχειριζόταν περιουσιακά στοιχεία πλούσιων ιδιωτών. Είχε επίσης υπηρετήσει ως λοχαγός στον βρετανικό στρατό, με αποστολές στο Ιράκ, τη Βοσνία και το Αφγανιστάν.
Ο θάνατός του κλείνει, στην πράξη, οριστικά την υπόθεση του «Putney Pusher». Χωρίς κατηγορούμενο δεν μπορεί να υπάρξει δίκη, και χωρίς δίκη κανένα ερώτημα δεν θα απαντηθεί επίσημα ποτέ. Η γυναίκα που παραλίγο να χάσει τη ζωή της στη γέφυρα Putney, πριν από εννέα χρόνια, θα μείνει με ένα βίντεο και με ένα όνομα που ουδέποτε κατηγορήθηκε επισήμως.