Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν και το κενό τους μετριέται σε τίτλους, σε θέσεις, σε φωτογραφίες. Και υπάρχουν άλλοι που το κενό τους μετριέται σε πράγματα που θα είχαν χαθεί αν εκείνοι δεν είχαν σταθεί μπροστά. Ο Τάσος Ρέβης ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.
Διακεκριμένος ομογενής επιχειρηματίας, φιλάνθρωπος και ευεργέτης των Ελληνικών Γραμμάτων, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην υπηρεσία του Ελληνισμού, της ιστορίας και του πολιτισμού. Έφυγε αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό — και όχι μόνο στην οικογένεια και τους φίλους του, αλλά σε ολόκληρο τον Ελληνισμό της Αυστραλίας. Ιδιαίτερα σε όσους γνώρισαν ή έμαθαν για το έργο ενός ανθρώπου που εργάστηκε αθόρυβα, χωρίς να επιδιώκει δημοσιότητα ή ανταλλάγματα.
Από την Αλεξάνδρεια, με ένα ταξίδι 21 ημερών
Όπως καταγράφει ο καθηγητής Αναστάσιος Μ. Τάμης στο εκτενές βιογραφικό κείμενο που συνέγραψε το 2015, ο Αναστάσιος Σπυρίδων Ρέβης γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1938 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, γιος του Σπυρίδωνα Ρέβη και της Γεωργίας Σκυβαλάκη.
Μεγάλωσε σε μια εποχή κατά την οποία η ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας διατηρούσε ακόμη ισχυρούς θεσμούς, σχολεία, εκκλησίες και έντονη κοινωνική ζωή. Φοίτησε στο Πρασσίδειο Δημοτικό Σχολείο και, για δύο χρόνια, στο περίφημο Αβερώφειο Γυμνάσιο.
Οι πολιτικές εξελίξεις στην Αίγυπτο, όμως, έπεισαν τον πατέρα του — εργατικό, έντιμο και προνοητικό άνθρωπο — ότι η οικογένεια έπρεπε να αναζητήσει ασφαλέστερο μέλλον. Το 1951 μετανάστευσε πρώτος στην Αυστραλία και εγκαταστάθηκε στη Μελβούρνη. Έναν χρόνο αργότερα, στις 21 Μαΐου 1952, ο Τάσος, η μητέρα του και ο μικρότερος αδελφός του Γιώργος έφτασαν κι εκείνοι, ύστερα από ταξίδι 21 ημερών από το Πορτ Σάιντ.
Ήταν μέρος του μεγάλου μεταναστευτικού ρεύματος των Ελλήνων της Αιγύπτου που εκείνη την περίοδο εγκαταστάθηκαν στην Αυστραλία. Και, όπως χιλιάδες άλλοι της γενιάς του, ξεκίνησε από το μηδέν.
Νυχτερινές βάρδιες στο τιμόνι
Στη Μελβούρνη φοίτησε στο Hawksburn State School και στη συνέχεια στο Richmond Technical School, όπου εκπαιδεύτηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων. Η πρώτη του δουλειά ήταν σε εργοστάσιο μπισκότων στο Richmond, ως οδηγός και διανομέας.
Η πραγματική του διαδρομή, ωστόσο, ξεκίνησε το 1960, όταν έπιασε δουλειά ως οδηγός ταξί. Αναλάμβανε νυχτερινές βάρδιες — τις πιο δύσκολες, τις πιο επικίνδυνες, τις πιο κερδοφόρες — με έναν και μοναδικό στόχο: να συγκεντρώσει τα χρήματα για να αποκτήσει το δικό του ταξί.
Το κατάφερε, και μέσα σε λίγα χρόνια είχε ήδη αρκετές άδειες και οχήματα. Το 1969 ίδρυσε μαζί με τον επιχειρηματικό του συνεργάτη Noel Granger την Taxi Staffing Services, εταιρεία που εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικούς παράγοντες του κλάδου στη Μελβούρνη.
Μια επιχείρηση που έγινε σχολείο
Για τον Τάσο Ρέβη, όμως, η επιτυχία δεν εξαντλήθηκε ποτέ στην κερδοφορία. Μέσα από τη δραστηριότητά του δημιούργησε ευκαιρίες για εκατοντάδες ανθρώπους — και πολλοί από τους οδηγούς που εκπαιδεύτηκαν στην επιχείρησή του ήταν Έλληνες μετανάστες, που αναζητούσαν ένα επιπλέον εισόδημα και την ευκαιρία να χτίσουν τη ζωή τους στη νέα πατρίδα.
Τα νούμερα, όπως τα καταγράφει ο καθηγητής Τάμης, μιλούν από μόνα τους: από το 1979 έως το 2010 η επιχείρηση εκπαίδευσε περίπου 2.000 οδηγούς. Μέχρι το 2010 ο Ρέβης διαχειριζόταν περίπου 125 ταξί και άδειες, απασχολώντας εκατοντάδες ανθρώπους. Παράλληλα είχε ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων του κλάδου και διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Silver Top.
Ένας άνθρωπος που ξεκίνησε σε νυχτερινή βάρδια είχε καταλήξει να μαθαίνει τη δουλειά σε δύο χιλιάδες άλλους.
Η μάχη για τα Ελληνικά Αρχεία
Η σημαντικότερη σελίδα της προσφοράς του, ωστόσο, γράφτηκε την περίοδο 2008-2010, όταν το La Trobe University προχώρησε στην αναδιοργάνωση του Εθνικού Κέντρου Ελληνικών Μελετών και Έρευνας (ΕΚΕΜΕ), θέτοντας σε κίνδυνο τη διατήρηση των πολύτιμων αρχείων και της βιβλιοθήκης του.
Ο Τάσος Ρέβης δεν έμεινε θεατής.
Αντιλαμβανόμενος ότι κινδύνευε να χαθεί ένα ανεκτίμητο κομμάτι της ιστορίας του Ελληνισμού της Αυστραλίας, ανέλαβε προσωπικά την υπεράσπιση του αρχειακού υλικού. Προσέλαβε νομικούς συμβούλους και χρηματοδότησε μια πολυετή δικαστική μάχη, ώστε να διασφαλιστεί ότι η ιστορική παρακαταθήκη της παροικίας δεν θα χαθεί.
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, Βασίλης Παπαστεργιάδης, που στάθηκε στο πλευρό του, θυμάται εκείνη την περίοδο ως δύσκολη και επίπονη: «Ήταν δύσκολες εποχές το 2008, όταν το Πανεπιστήμιο La Trobe βρισκόταν στη διαδικασία διάλυσης του προγράμματος του ΕΚΕΜΕ. Το πανεπιστήμιο είχε προσλάβει κορυφαίους νομικούς συμβούλους, όμως ο Τάσος ανέλαβε προσωπικά την πρόκληση να αγωνιστεί για τη διάσωση των Ελληνικών Αρχείων, εκ μέρους όλων μας».
Ήταν, σε απόλυτους όρους, μια άνιση αναμέτρηση: ένας μετανάστης που είχε ξεκινήσει από το μηδέν, απέναντι σε έναν μεγάλο πανεπιστημιακό οργανισμό. Η υπόθεση εξελίχθηκε σε πολυετή δικαστική διαμάχη και οδηγήθηκε τελικά σε διαμεσολάβηση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Η προσπάθεια δικαιώθηκε. «Καταλήξαμε σε έναν διακανονισμό που εξασφάλισε ότι η ιστορία μας θα παρέμενε ανέπαφη και ότι η κληρονομιά μας στην πολυπολιτισμική κοινωνία θα συνέχιζε να αποτελεί μέρος του διαλόγου. Τα αρχεία σώθηκαν».
Ο άνθρωπος των λίγων λόγων
Ο κ. Παπαστεργιάδης τον περιγράφει ως άνθρωπο λίγων λόγων — αλλά με λόγια που είχαν βάρος όταν ακούγονταν. Παρέμενε σταθερός στη θέση του και, αφού άκουγε τις συμβουλές των ανθρώπων που εμπιστευόταν, προχωρούσε αποφασιστικά.
«Γνώριζα το όνομά του εδώ και πολύ καιρό, καθώς αποτελούσε στυλοβάτης της κοινότητάς μας. Όσα είχα ακούσει ήταν μόνο ένα μικρό μέρος αυτού που ανακάλυψα όταν τον γνώρισα από κοντά», αναφέρει.
Η σχέση αυτή συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Όταν το όραμα για την ανέγερση του νέου, πολυώροφου Πολιτιστικού Κέντρου της ΕΚΜ άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά, ο Τάσος Ρέβης ήταν από τους πρώτους στους οποίους απευθύνθηκε ο πρόεδρος της Κοινότητας. Δεν χρειάστηκε καν να ολοκληρωθεί η συζήτηση: «Πριν προλάβω να ολοκληρώσω το αίτημα για υποστήριξη, δεσμεύτηκε αμέσως και χωρίς δισταγμό να προσφέρει $50.000».
Εκείνη τη στιγμή δεν είχε μπει ούτε μία φορά το φτυάρι στο χώμα. Οι εργασίες δεν είχαν καν ξεκινήσει. Η δωρεά καταγράφηκε επίσημα ως σημαντική συνεισφορά στην ανέγερση του Πολιτιστικού Κέντρου.
Η μεγάλη του αγάπη: τα Ελληνικά Γράμματα
Για περίπου τρεις δεκαετίες ο Τάσος Ρέβης υπηρέτησε με συνέπεια τον Ελληνισμό της Αυστραλίας, στηρίζοντας την έρευνα, τις ελληνικές σπουδές, τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και τους νέους που επέλεγαν να μελετήσουν τον ελληνικό πολιτισμό.
Όπως σημειώνει ο καθηγητής Τάμης, διέθεσε δεκάδες χιλιάδες δολάρια μέσω δωρεών και κληροδοτημάτων για τη στήριξη πανεπιστημιακών μαθημάτων και ερευνητικών προγραμμάτων σχετικά με την ελληνική μετανάστευση και εγκατάσταση στην Αυστραλία. Στήριξε πρωτοβουλίες στο RMIT και στο ΕΚΕΜΕ του La Trobe, ενώ προσέφερε υποτροφίες και οικονομική βοήθεια σε προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές.
Η σχέση του με το ΕΚΕΜΕ ξεκίνησε το 1998 και κράτησε χρόνια: για μία δεκαετία υπηρέτησε στο Board of Trustees, ενώ συμμετείχε παράλληλα και στο Board of Management. Το 2002 εξελέγη πρώτος πρόεδρος της Society of Hellenic Studies and Research, του φορέα που δημιουργήθηκε ακριβώς για να διασφαλίσει και να προστατεύσει την πολιτιστική και ακαδημαϊκή παρακαταθήκη του Κέντρου.
Δεν ξέχασε ποτέ ότι υπήρξε μετανάστης
Ίσως αυτό να είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο ολόκληρης της διαδρομής του. Ο Τάσος Ρέβης δεν ξέχασε ποτέ την Αλεξάνδρεια, το ταξίδι προς την Αυστραλία, τα δύσκολα πρώτα χρόνια, τη σκληρή δουλειά και τις θυσίες της πρώτης γενιάς.
Αυτό το αίσθημα ευθύνης τον ώθησε να στηρίξει όσα θεωρούσε ότι έπρεπε να παραμείνουν ζωντανά: τη γλώσσα, την ιστορία, τα αρχεία, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό.
Και δεν ήταν άνθρωπος που περιοριζόταν στην οικονομική στήριξη. Έδινε εμπιστοσύνη. Έδινε χρόνο. Έδινε δύναμη. Ακόμη και τα τελευταία χρόνια, παρά τα προβλήματα υγείας, διατηρούσε πνευματική διαύγεια και παρέμενε ενεργά ενημερωμένος για όσα συνέβαιναν στην παροικία. «Ήταν συνεχώς περίεργος για το τι συνέβαινε στην Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης. Με ενθάρρυνε συνεχώς. Μου έδινε δύναμη», λέει ο κ. Παπαστεργιάδης.
Το μνημείο που άφησε πίσω του
Η παρακαταθήκη του παραμένει ζωντανή μέσα από τα αρχεία που διασώθηκαν, τους φοιτητές που στηρίχθηκαν, τις ελληνικές σπουδές που ενισχύθηκαν, τους δύο χιλιάδες οδηγούς που εκπαιδεύτηκαν, τις κοινοτικές πρωτοβουλίες που ενθαρρύνθηκαν και το Πολιτιστικό Κέντρο στο οποίο συνέβαλε.
Ανήκε σε εκείνη τη γενιά Ελλήνων μεταναστών που έφτασαν στην Αυστραλία με λίγα εφόδια, εργάστηκαν σκληρά και κατάφεραν να δημιουργήσουν πολλά. Η αξία της γενιάς αυτής, όμως, δεν μετριέται μόνο από τις επιχειρήσεις που έχτισε ή την οικονομική επιτυχία που πέτυχε. Μετριέται και από όσα επέστρεψε στην κοινωνία που την αγκάλιασε.
Ο Τάσος Ρέβης επέστρεψε πολλά. Ίσως γι’ αυτό η απουσία του είναι σήμερα τόσο αισθητή.