Ένα από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ των ΛΟΑΤΚΙ της Ευρώπης μετατράπηκε μέσα σε ελάχιστες στιγμές σε σκηνικό απόλυτου τρόμου, προκαλώντας ισχυρούς πολιτικούς τριγμούς στη Γερμανία. Η αιματηρή κατάληξη της τραγωδίας γράφτηκε σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά την επίθεση, με τον θάνατο του κύριου υπόπτου από πυρά της αστυνομίας.
Ο Αμπντούλ Μπαλούτ, 21 ετών, ο οποίος ήταν καταζητούμενος για την τρομοκρατική επίθεση με λευκό βαν και ματσέτα κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων του Christopher Street Day, έπεσε νεκρός το απόγευμα της Κυριακής.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση των γερμανικών αρχών, ο ύποπτος εντοπίστηκε και επιτέθηκε εναντίον των αστυνομικών κρατώντας αιχμηρό όπλο, αναγκάζοντάς τους να ανοίξουν πυρ. Η επίθεση, την οποία ο ομοσπονδιακός υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ χαρακτήρισε ευθέως ως ισλαμιστική τρομοκρατική επίθεση, στοίχισε τη ζωή σε μία γυναίκα και προκάλεσε τον τραυματισμό 29 ανθρώπων, με αρκετούς από αυτούς να νοσηλεύονται σε κρίσιμη κατάσταση.
Το εφιαλτικό χρονικό ξεκίνησε το βράδυ του Σαββάτου, γύρω στις 22:00 τοπική ώρα, όταν χιλιάδες πολίτες και επισκέπτες γιόρταζαν στο κεντρικό πάρκο Τίργκαρτεν, σε μικρή απόσταση από την Πύλη του Βρανδεμβούργου, όπου βρισκόταν σε εξέλιξη το πάρτι λήξης της παρέλασης των ΛΟΑΤΚΙ. Ξαφνικά, ένα λευκό βαν εισέβαλε με ταχύτητα στο συγκεντρωμένο πλήθος, παρασύροντας ανελέητα ανυποψίαστους ανθρώπους πριν προσκρούσει σε ένα δέντρο. Ο οδηγός εγκατέλειψε αμέσως το όχημα και συνέχισε τη δολοφονική του μανία πεζός, επιτιθέμενος τυφλά στους παρευρισκόμενους με ένα κοφτερό αντικείμενο.
Μία γυναίκα υπέκυψε ακαριαία στα βαρύτατα τραύματά της, ενώ η πυροσβεστική υπηρεσία επιβεβαίωσε ότι τρεις τραυματίες φέρουν τραύματα απειλητικά για τη ζωή τους, οκτώ νοσηλεύονται σοβαρά και πέντε ελαφρύτερα.
Το σημείο της επίθεσης δεν ήταν η επίσημη διαδρομή της παρέλασης, αλλά ένα πολυσύχναστο σημείο του πάρκου όπου συνυπήρχαν εορτάζοντες, κάτοικοι και τουρίστες.
Η αστυνομία εξαπέλυσε αμέσως ένα γιγαντιαίο ανθρωποκυνηγητό σε ολόκληρη την πρωτεύουσα, δημοσιοποιώντας τη φωτογραφία του 21χρονου καταζητούμενου και προειδοποιώντας το κοινό ότι επρόκειτο για άτομο ιδιαίτερα επικίνδυνο και οπλισμένο.
Το τέλος της καταδίωξης ήρθε στο δυτικό προάστιο Σπαντάου, όταν μια ειδική ομάδα της αστυνομίας (SEK) εντόπισε τον Μπαλούτ κρυμμένο σε ένα συγκρότημα ενοικιαζόμενων κήπων. Όταν οι αστυνομικοί επιχείρησαν να τον αφοπλίσουν, εκείνος κινήθηκε απειλητικά εναντίον τους, με αποτέλεσμα να δεχθεί θανάσιμα πυρά. Παρά τις άμεσες προσπάθειες ανάνηψης από τους διασώστες, ο δράστης εξέπνευσε στο σημείο, ενώ αποκαλύφθηκε ότι οι αρχές οδηγήθηκαν στα ίχνη του χάρη σε πληροφορίες από τον στενό του κύκλο.
Η αποκάλυψη της ταυτότητας και του παρελθόντος του δράστη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και ερωτήματα για τη λειτουργία των θεσμών ασφαλείας. Ο Μπαλούτ, Γερμανός πολίτης λιβανέζικης καταγωγής, γεννημένος στο Βερολίνο το 2005, διέθετε ήδη βεβαρημένο ποινικό μητρώο από την εφηβεία του με καταδίκες για βίαιες επιθέσεις και ληστείες, ενώ ήταν καταγεγραμμένος στις αρχές ως μέλος του ισλαμιστικού περιβάλλοντος της πόλης και εκδηλωμένος υποστηρικτής του Ισλαμικού Κράτους (ISIS). Μάλιστα, το 2025 είχε ταξιδέψει στον Λίβανο με σκοπό να περάσει στη Συρία για να ενταχθεί σε τζιχαντιστικές οργανώσεις, όπου συνελήφθη, καταδικάστηκε από στρατιωτικό δικαστήριο και στη συνέχεια εκδόθηκε στη Γερμανία.
Το πλέον αμφιλεγόμενο στοιχείο της υπόθεσης, που αναμένεται να πυροδοτήσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση, είναι το γεγονός ότι τον Μάιο του 2026 είχε επιβληθεί στον δράστη ποινή φυλάκισης 22 μηνών με αναστολή, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε προγράμματα αποριζοσπαστικοποίησης. Η εισαγγελία είχε ήδη ασκήσει έφεση κατά της απόφασης αυτής, θεωρώντας την υπερβολικά επιεική. Το κρίσιμο ερώτημα πώς ένας επικίνδυνος και υποψήφιος τζιχαντιστής βρισκόταν ελεύθερος στους δρόμους του Βερολίνου ζητά πλέον επιτακτικά απαντήσεις από τη δικαιοσύνη και τις πολιτικές αρχές.
Οι πολιτικές αντιδράσεις υπήρξαν άμεσες, με τον υπουργό Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ να προειδοποιεί για τον κίνδυνο επίδοξων μιμητών, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη η κοινωνία να μην υποκύψει στον φόβο.
Ο δήμαρχος του Βερολίνου Κάι Βέγκνερ έκανε λόγο για ευθεία επίθεση στην ελεύθερη και κοσμοπολίτικη κοινωνία, ενώ ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς καταδίκασε απερίφραστα την αποτρόπαια πράξη μίσους.
Την ίδια ώρα, οι ερευνητές εξετάζουν το ενδεχόμενο ύπαρξης συνενόχων, καθώς ένας άνδρας ιρανικής υπηκοότητας συνελήφθη ως ύποπτος ως συνεπιβάτης στο βαν, χωρίς ωστόσο να έχει ακόμη επιβεβαιωθεί ο βαθμός εμπλοκής του.